|

Η χαμένη υπόληψη της Ευρώπης

Μοιράσου το
Αντιγράφηκε!

γράφει ο Κωνσταντίνος Καραγιάννης

Υπάρχει μια φράση που είπε ο Μαρκ Κάρνεϊ, ο πρωθυπουργός του Καναδά, στο Νταβός στις αρχές του χρόνου, και που αξίζει να την έχουμε στο μυαλό μας αυτές τις μέρες. Μιλώντας για τη στάση των μεσαίων δυνάμεων απέναντι στις αμερικανικές πιέσεις, ανέτρεξε στον Βάτσλαβ Χάβελ και στον μπακάλη που κάθε πρωί βάζει στη βιτρίνα του το σύνθημα «Εργάτες του κόσμου, ενωθείτε!» — χωρίς να το πιστεύει, απλώς επειδή έτσι κάνουν όλοι οι γύρω του. Το σύστημα διαιωνίζεται όχι μόνο με βία, αλλά με τη συμμετοχή κοινών ανθρώπων σε τελετουργίες που εσωτερικά γνωρίζουν ψεύτικες. Και κατέληξε: «Friends, it is time for countries to take their signs down.»

Είναι καιρός να κατεβάσουν τις ταμπέλες τους. Η φράση ακούγεται σαν να γράφτηκε για την εβδομάδα που μόλις πέρασε.

Η ιστορία με την Ισπανία, τον Πέδρο Σάντσεθ, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι ένα ακόμη επεισόδιο διπλωματικής τριβής. Δεν είναι μια απλή διαφωνία μεταξύ συμμάχων. Είναι μια στιγμή αποκάλυψης. Μια στιγμή που φωτίζει, με σχεδόν ωμό τρόπο, τη βαθιά κρίση πολιτικής αυτονομίας της Ευρώπης, αλλά και τη νοσηρή ποιότητα του δημόσιου λόγου σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου κάθε ένσταση απέναντι στην Ουάσιγκτον αντιμετωπίζεται σχεδόν ως ιδεολογική παρέκκλιση.

Γιατί στην πραγματικότητα εδώ συγκρούονται δύο αντιλήψεις για την εξωτερική πολιτική. Από τη μία, η αντίληψη του πρόθυμου υποτελούς. Η λογική που λέει ότι όταν η Αμερική ζητά στρατιωτική ή επιχειρησιακή συνδρομή, ο «σωστός» σύμμαχος δεν σκέφτεται, δεν σταθμίζει, δεν αμφιβάλλει. Υπακούει. Σπεύδει. Δηλώνει παρών πριν καν καταλάβει το εύρος της σύγκρουσης, το κόστος της εμπλοκής και τις πιθανές συνέπειες. Είναι η σχολή που έχει μετατρέψει τη διπλωματία σε άσκηση υποταγής και τον γεωπολιτικό ρεαλισμό σε ψυχολογία εξάρτησης.

Από την άλλη, υπάρχει μια εντελώς διαφορετική αντίληψη. Η αντίληψη ότι ένα κράτος, ακόμη και αν ανήκει στο ΝΑΤΟ, ακόμη και αν είναι στενός δυτικός σύμμαχος, δεν παραιτείται από το δικαίωμα να κρίνει μόνο του πότε, πού και γιατί εμπλέκεται. Ότι η συμμετοχή στη Δύση δεν συνεπάγεται κατάργηση της εθνικής κρίσης. Ότι η συμμαχία δεν είναι όρκος τυφλής υπακοής. Ότι το «όχι» δεν είναι προδοσία, αλλά μερικές φορές η μόνη σοβαρή και υπεύθυνη στάση.

Αυτή τη δεύτερη στάση ακολούθησε η κυβέρνηση Σάντσεθ. Η υπουργός Άμυνας Μαργαρίτα Ρόμπλες απέρριψε κατηγορηματικά τις απαιτήσεις Τραμπ και τις απειλές για «πολύ κακό μέλλον» στους συμμάχους που δεν συμμορφώνονται. «Η Ισπανία δεν θα αποδεχθεί ποτέ μέτρα αντιμετώπισης συμπτωμάτων», είπε, «γιατί ο στόχος πρέπει να είναι να τελειώσει ο πόλεμος — και να τελειώσει τώρα.» Η Μαδρίτη πήγε ακόμη παραπέρα: χαρακτήρισε τον πόλεμο ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν παράνομο και απαγόρευσε στα αμερικανικά αεροσκάφη να χρησιμοποιούν τις κοινές βάσεις στη νότια Ισπανία. Και γι’ αυτό βρέθηκε στο στόχαστρο. Παρουσιάστηκε ως περίπου αλλόκοτη εξαίρεση. Ως μια ιδεοληπτική περίπτωση που δήθεν απομακρύνεται από τη σοβαρότητα της Δύσης. Οι γνωστοί κύκλοι που αντιλαμβάνονται τη διεθνή πολιτική ως διαγωνισμό νομιμοφροσύνης έσπευσαν να την ειρωνευτούν.

Μόνο που αυτή τη φορά τα γεγονότα τούς πρόλαβαν. Και τους διέψευσαν.

Διότι πολύ γρήγορα έγινε φανερό ότι η Ισπανία δεν ήταν καθόλου μόνη. Η Γερμανία είπε «αυτός δεν είναι ο πόλεμός μας — εμείς δεν τον ξεκινήσαμε», με τον υπουργό Άμυνας Πιστόριους να ρωτά ευθέως: «Τι περιμένει ο Τραμπ να κάνει μια χούφτα ευρωπαϊκές φρεγάτες στον Ορμούζ, που δεν μπορεί να κάνει το ισχυρό αμερικανικό ναυτικό;» Ο εκπρόσωπος του καγκελάριου Μερτς πρόσθεσε ότι η σύγκρουση «δεν έχει καμία σχέση με το ΝΑΤΟ» και υπενθύμισε ότι «οι ΗΠΑ και το Ισραήλ δεν μας συμβουλεύτηκαν πριν ξεκινήσουν τον πόλεμο». Η Ιταλία, η Γαλλία, η Πολωνία, η Ολλανδία, η Αυστραλία, η Ιαπωνία — όλες είπαν «όχι». Ακόμη και ο Βρετανός πρωθυπουργός Στάρμερ διευκρίνισε ότι «αυτή δεν είναι και δεν έχει ποτέ νοηθεί ως αποστολή του ΝΑΤΟ». Η ίδια η επικεφαλής εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ Κάγια Κάλας παραδέχθηκε ότι δεν υπάρχει «καμία διάθεση» για επέκταση της αποστολής Aspides στον Ορμούζ, συνοψίζοντας με μια φράση που τα λέει όλα: «Κανείς δεν θέλει να μπει ενεργά σε αυτόν τον πόλεμο.»

Ξαφνικά, λοιπόν, το αφήγημα περί «ιδιόρρυθμης Ισπανίας» κατέρρευσε. Αυτό που εμφανιζόταν ως τάχα μεμονωμένη παρέκκλιση αποδείχθηκε ότι είναι στην πραγματικότητα η κυρίαρχη ευρωπαϊκή στάση.

Εδώ ακριβώς απογυμνώνονται όλοι εκείνοι που για χρόνια έχουν μάθει να θεωρούν την ευρωπαϊκή αξιοπρέπεια περιττή πολυτέλεια. Γιατί το πραγματικό τους δόγμα δεν είναι ο ρεαλισμός. Είναι η εσωτερίκευση της εξάρτησης. Είναι η πεποίθηση ότι η πολιτική αξία μιας χώρας εξαντλείται στο πόσο γρήγορα θα σταθεί σε στάση προσοχής όταν μιλήσει η Ουάσιγκτον. Είναι η νοοτροπία εκείνου του μπακάλη του Χάβελ — που βάζει κάθε πρωί την ταμπέλα στη βιτρίνα, όχι γιατί πιστεύει σε αυτήν, αλλά γιατί έτσι έχει μάθει να λειτουργεί. Και το σύστημα ζει από αυτή ακριβώς την υπνηλία.

Αλλά η υπόθεση του Ορμούζ έδειξε κάτι άλλο. Έδειξε ότι ακόμη και μέσα στη δυτική συμμαχία υπάρχουν κράτη που δεν θέλουν να μπουν, με κλειστά μάτια, σε μια επικίνδυνη στρατιωτική επέκταση μιας ήδη εκρηκτικής σύγκρουσης. Και έχουν λόγους να το κάνουν. Διότι η περιοχή δεν είναι μια ουδέτερη ζώνη επιχειρησιακής διαχείρισης. Είναι ένα από τα πιο εύφλεκτα γεωπολιτικά πεδία του πλανήτη, όπου μια λανθασμένη κίνηση μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές συνέπειες στην ασφάλεια, στην ενέργεια, στο διεθνές εμπόριο και στη συνολική σταθερότητα. Ο ίδιος ο Γερμανός υπουργός Άμυνας το έθεσε απλά: τι ακριβώς περιμένει κανείς να επιτύχουν λίγες ευρωπαϊκές φρεγάτες εκεί που αδυνατεί το αμερικανικό ναυτικό;

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αμηχανία των εγχώριων υπερατλαντιστών. Γιατί είχαν επενδύσει πολιτικά και ιδεολογικά σε ένα πολύ συγκεκριμένο σχήμα. Στο σχήμα ότι όποιος λέει «όχι» στις Ηνωμένες Πολιτείες περιθωριοποιείται. Ότι όποιος δεν προσφέρεται αμέσως, χάνει κύρος. Ότι το κόστος της επιφύλαξης είναι πάντοτε μεγαλύτερο από το κόστος της συμμόρφωσης. Όμως η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο περίπλοκη και πολύ πιο ενοχλητική για αυτούς. Και τώρα; Τώρα σιωπούν. Ή — ακόμη πιο αποκαλυπτικό — αρχίζουν να υιοθετούν σιγά σιγά τη γλώσσα εκείνων που χθες χλεύαζαν.

Ας ειπωθεί λοιπόν χωρίς περιστροφές. Η σοβαρή εξωτερική πολιτική δεν είναι η πολιτική του πρόθυμου. Δεν είναι να λες «πείτε μας τι θέλετε και θα το κάνουμε». Δεν είναι να μετατρέπεις τη χώρα σου σε βοηθητικό εξάρτημα ξένων σχεδιασμών και μετά να πανηγυρίζεις επειδή σε θεωρούν «αξιόπιστο». Αξιοπιστία χωρίς αυτονομία δεν είναι αρετή. Είναι μορφή παραίτησης. Και συμμαχία χωρίς δυνατότητα διαφωνίας δεν είναι συμμαχία. Είναι σχέση ιεραρχικής εξάρτησης.

Αυτό είναι το πραγματικό δίδαγμα από την υπόθεση Σάντσεθ και Ορμούζ. Δεν αποδείχθηκε ότι όποιος αρνείται αμερικανικές απαιτήσεις καταστρέφεται. Αποδείχθηκε ότι υπάρχουν ακόμη κράτη που, έστω και περιορισμένα, επιμένουν να διατηρούν το δικαίωμα της πολιτικής κρίσης. Αποδείχθηκε ότι το «μέχρι εδώ» δεν είναι αναγκαστικά ένδειξη αδυναμίας, αλλά μπορεί να είναι η μόνη ένδειξη σοβαρότητας που έχει απομείνει. Και αποδείχθηκε επίσης ότι όσοι στην Ελλάδα οικοδόμησαν ολόκληρη κοσμοθεωρία πάνω στη λογική της αυτόματης συμμόρφωσης βρίσκονται σήμερα πολύ πιο εκτεθειμένοι από εκείνους που έδειξαν επιφύλαξη.

Η χαμένη υπόληψη της Ευρώπης, τελικά, δεν βρίσκεται στο ότι ορισμένες κυβερνήσεις δεν έσπευσαν να εμπλακούν στρατιωτικά. Βρίσκεται στο ότι για χρόνια καλλιεργήθηκε μια πολιτική κουλτούρα σύμφωνα με την οποία η Ευρώπη θεωρείται σοβαρή μόνο όταν σωπαίνει, ακολουθεί και επικυρώνει αποφάσεις άλλων. Βρίσκεται στο ότι η υποτέλεια βαφτίστηκε ρεαλισμός, η πειθαρχία παρουσιάστηκε ως αρετή και η άρνηση αντιμετωπίστηκε ως σφάλμα χαρακτήρα.

Αν υπάρχει, λοιπόν, κάτι που αξίζει να σωθεί μέσα σε αυτή την εικόνα, δεν είναι η φήμη της «καλής συμμάχου». Είναι η δυνατότητα μιας χώρας και μιας ηπείρου να θυμηθούν ότι εξωτερική πολιτική σημαίνει κρίση, ευθύνη, μέτρο και συμφέρον. Σημαίνει να σκέφτεσαι πριν δεσμευτείς. Να σταθμίζεις πριν εμπλακείς. Να λες και «όχι» όταν χρειάζεται. Όχι από αντιαμερικανισμό. Όχι από ιδεοληψία. Αλλά από στοιχειώδη σοβαρότητα.

Ήταν καιρός, τελικά, να κατεβάσουν οι Ευρωπαίοι τις ταμπέλες τους. Μερικοί το έκαναν.

Similar Posts