Δυτικά Βαλκάνια: Μια διεύρυνση γεμάτη ρίσκα
γράφει ο Δημήτρης Γκουλιώνης
Η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα Δυτικά Βαλκάνια αποτελεί ένα μεγάλο στοίχημα για τις Βρυξέλλες. Το όφελος όμως παραμένει αμφίβολο, τόσο για την ίδια την Ένωση όσο και για τις χώρες που επιθυμούν να ενταχθούν στη μεγάλη «ευρωπαϊκή οικογένεια».
Η Σύνοδος κορυφής της ΕΕ -Δυτικών Βαλκανίων που διεξήχθη την προήγουμενη εβδομάδα στο Μαυροβούνιο, έβγαλε ειδήσεις που πέρασαν στα χαμηλά. Η Γερμανία και η Γαλλία υπερθεματίζουν στην απλοποίηση των διαδικασιών ένταξης και δίνουν προτεραιότητα στην επίσπευση των μεταρρυθμίσεων και εδώ είναι που τα πράγματα δυσκολεύεουν.
Οι χώρες που απαρτίζουν τα Δυτικά Βαλκάνια προφανώς και δεν φημίζονται για το αποτελεσματικό και δίκαιο κράτος τους, έχουν δε και μεταξύ τους αντιπαλότητες που άπτονται των εθνικών τους ζητημάτων. Εκτός, εάν οι Βρυξέλλες θεωρούν ότι με την ένταξη στην ΕΕ τα προβλήματα θα εκλείψουν. Για παράδειγμα, πώς θα μπορέσει να συνεργαστεί η Σερβία με το Κόσοβο ή τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, ύστερα από τόσο αίμα που έχει χυθεί στα Βαλκάνια; Οι εθνοτικές διαφορές εξακολουθούν να φαντάζουν αγεφύρωτες..
Από την Κύπρο στο Κόσοβο
Το πάθημα με την Κυπριακή Δημοκρατία δεν έγινε μάθημα για τις ευρωπαϊκές ελίτ. Η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ το 2004 ήταν πράγματι μια ιστορική στιγμή για τον Κυπριακό Ελληνισμό αλλά διόλου δεν θωράκισε την Λευκωσία από την τουρκική επιθετικότητα. Χωρίς να έχει λυθεί το Κυπριακό, οι Βρυξέλλες πόνταραν στην άποψη ότι μια ευρωπαϊκή Κυπριακή Δημοκρατία αυτομάτως προστατεύεται από τον τουρκικό αναθεωρητισμό.
Η διάψευση αυτών των προσδοκίων ήρθε αμέσως και παρουσιάστηκε με το «Σχέδιο Ανάν»-με τη σύμφωνη γνώμη της ΕΕ- που στην ουσία υποβίβαζε την Κυπριακη Δημοκρατία σε κοινότητα και την έκανε ισότιμη με το ψευδοκράτος. Ευτυχώς η εμπνευσμένη ηγεσία του αείμνηστου Τάσου Παπαδόπουλου δεν επέτρεψε αυτό το εξάμβλωμα που θα σήμαινε το τέλος του Κυπριακού Ελληνισμού. Το «Όχι» στο Σχέδιο μέσω δημοψηφίσματος ήταν ηχηρό. Η ρετσινιά όμως έμεινε. Η Ευρώπη δεν μπορεί να διαφυλάξει τα συμφέροντα των μελών της και κάποιες φορές μάλιστα υπερθεματίζει στην καταστρατηγισή τους.
Κάτι αντίστοιχο λοιπόν θα περιμένουμε να συμβεί -εάν και όταν τελικά γίνει η πολυπόθητη διεύρυνση- με την Σερβία και το Κόσοβο για παράδειγμα. Η διεθνής υπόσταση του Κοσσόβου είναι αμφισβητούμενη αφού δεν αναγνωρίζεται επίσημα ως ανεξάρτητο κράτος από τη Σερβία (η οποία το θεωρεί τμήμα της επικράτειάς της), καθώς και από άλλα κράτη μέλη του ΟΗΕ, όπως η Ρωσία, η Κίνα, αλλά και χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ελλάδα, Κύπρος, Ισπανία, Ρουμανία και Σλοβακία). Κοινώς η Ευρώπη προσπαθεί να εγκολπώσει ένα ακόμα πρόβλημα που ενδέχεται να της γυρίσει μπουμερανγκ.
Επίσης, η Αλβανία απασχολεί σχεδόν καθημερινά τον διεθνή τύπο για την εκτεταμένη διαφθορά της κυβέρνησης Ράμα. Το φαραωνικό τουριστικό σχέδιο στα νότια παράλια της χώρας, το οποίο συνδέεται με τον Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρό του αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, έχει προκαλέσει την αντίδραση της τοπικής κοινωνίας. Οι διαδηλωτές υποστηρίζουν ότι η επένδυση θα προκαλέσει τεράστια οικολογική καταστροφή. Η Ε.Ε έσπευσε να απειλήσει με κυρώσεις, αφού η επένδυση φαίνεται να έρχεται σε σύγκρουση με τους ευρωπαϊκους περιβαλλοντικούς όρους.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης, ότι εκκρεμεί η οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Παρότι οι δύο χώρες είχαν υπογράψει συμφωνία το 2009- ύστερα από παρασκηνιακή παρέμβαση της Τουρκίας- αυτή ακυρώθηκε από το Αλβανικό Συνταγματικό Δικαστήριο και παρά τη συμφωνία του 2020 μεταξύ των δύο χωρών για παραπομπή στη Χάγη του ζητήματος χάραξης ΑΟΖ, ουδεμία εξέλιξη υπάρχει.
Η διεύρυνση που εξυπηρετεί το Βερολίνο
Οι Βρυξέλλες επιθυμούν τη διεύρυνση. Ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, τη διεύρυνση επιθυμούν πρωτίστως η Γερμανία και η Γαλλία. Με αυτόν τον τρόπο διευρύνονται οι εμπορικοί και οικονομικοί τους διάδρομοι. Αδιαφορούν για ζητήματα διαφθοράς, στρεψοδικίας και με τον μανδύα της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης προτάσουν το κοινό συμφέρον και την ευκαιρεία βελτίωσης του βιοτικού επίπεδου των λαών των Δυτικών Βαλκανίων, πλημμυρίζοντας τις κοινωνίες αυτές με κεφάλαια που θα τα πάρουν εις διπλούν, μετατρέποντας αυτές τις χώρες σε αποικίες χρέους.
Κάτι αντίστοιχο το ευρωιερατείο πήγε να κάνει με την ένταξη στην ΕΕ των Βαλτικών Χωρών και την Ομάδα Βίζεγκραντ ( Πολωνία, Ουγγαρία) αλλά το εγχείρημα δεν πήγε πολύ καλά. Ειδικά η Πολωνία και η Ουγγαρία απέκτησαν δικιά τους «περπατησιά» και αυτονομήθηκαν μέσα στους κόλπους της ευρωοικογένειας. Ειδικά μετά την εκλογή Τραμπ, οι δύο χώρες έγιναν το μεγάφωνο των ΗΠΑ στην Ευρώπη. Παρά την ήττα του Ορμπάν, η εκλογή του Πέτερα Μαγιάρ όπως αναφέρει και το Politico, δεν συνιστά απόρριψη του εθνικού συντηριτισμού. Η Πολωνία δε, για οχτώ χρόνια βρέθηκε υπό τη διακυβέρνηση του συντηριτκού κόμματος «Νόμος και Δικαιοσύνη» μέχρι τις εκλογές του 2023, όπου έχα την αυτοδυναμία του παρά την νίκη του. Ο νέος πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ έκανε στροφή προς αποκατάσταση των σχέσεων με την ΕΕ, αφού η προηγουμένη κυβέρνηση ήρθε σε ρήξη με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς λόγω των αλλαγών που προώθησε στο δικαστικό σύστημα και την αυστηροποίσηση του πλαισίου για τις αμβλώσεις. Παρόλα αυτά, η “συντηριτική οχταετία” έχει αφήσει βαθύ αποτύπωμα στην Βαρσοβία.
Από την εξίσωση δεν λείπει φυσικά και η Σερβία. Το «προκεχωρημένο φυλάκιο της Ρωσίας», χαρακτηρισμός που της αποδίδεται από τις Βρυξέλλες, αφού το Βελιγράδι αποτελεί προνομιακό συνομιλητή της Μόσχας κάτι που είναι καρφί στο μάτι της Ευρώπης, ύστερα και από την έναρξη του ρωσοουκρανικού πολέμου. Η ΕΕ δεν βλέπει με καλό μάτι ότι η Ρωσία έχει πάτημα στα Βαλκάνια και για να είμαστε ειλικρινείς η Γερμανία είναι αυτή που ενοχλείται περισσότερο. Το «προς Ανατολάς» της πάλαι ποτέ Γερμανικής Αυτοκρατορίας από την εποχή του Α Παγκοσμίου Πολέμου, αποτελεί ακόμα και τώρα πυλώνας οικονομικού επεκτατισμού του Βερολίνου. Μπορεί να εγκαταλείφθηκε μετά το τέλος του Β Παγκοσμίου Πολέμου αλλά οι δυσμενείς οικονομικές συγκυρίες που διαμορφώθηκαν λόγω του πολέμου στην Ουκρανία αλλά και της Μέσης Ανατολής, στερώντας πολύτιμους πόρους από την γερμανική οικονομία, αναβίωσε το παλιό δόγμα.
Τα Βαλκάνια για την Γερμανία κυρίως αποτελούν πεδίο οικονομικής επέκτασης. Τόσο οι υλικοί όσο και οι ανθρώπινοι πόροι, αποτελούν προνομιακό πεδίο για την γερμανική οικονομία. Χιλιάδες βαλκάνιοι μετανάστες εργάζονται στα γερμανικά εργοστάσια ενώ γερμανικά κεφάλαια έχον εξαγοράσει σημαντικές υποδομές στο σύνολο των βαλκανικών χωρών. Στη Σερβία για παράδειγμα, η Γερμανία είναι ο σημαντικότερος εταίρος με τον όγκο των εμπορικών συναλλάγων να ξεπερνά τα 9,4 δις ευρώ ενώ στα Δυτικά Βαλκανία οι σωρευτικές δεσμεύσεις γερμανικών κεφαλαίων άγγιξαν τα 6 δις ευρώ.
Τούτων δοθέντων, η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα Δυτικά Βαλκάνια μοιάζει περισσότερο με ένα οικονομικό και γεωπολιτικό στοίχημα παρά με μια διαδικασία που υπαγορεύεται αποκλειστικά από αξιακά κριτήρια. Το Βερολίνο και οι σύμμαχοί του εμφανίζονται αποφασισμένοι να επιταχύνουν την ένταξη χωρών που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα θεσμικής λειτουργίας και κράτους δικαίου. Το ερώτημα είναι εάν η Ευρώπη προετοιμάζεται να λύσει προβλήματα ή να εισαγάγει νέα στο εσωτερικό της.
