|

Ο μισθός του ποιμένα και ο Σταυρός του

Μοιράσου το
Αντιγράφηκε!

γράφει ο Κωνσταντίνος Καραγιάννης

Η πρόσφατη απόφαση για σημαντικές αυξήσεις στις αποδοχές των ιεραρχών της Εκκλησίας της Ελλάδος προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις. Για πολλούς, όμως, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι οικονομικό. Δεν αφορά το ύψος των αποδοχών ούτε το αν ένας μητροπολίτης δικαιούται περισσότερα ή λιγότερα χρήματα. Αφορά τη σχέση της Εκκλησίας με την πολιτική εξουσία και το κατά πόσο η οικονομική εξάρτηση μπορεί να επηρεάσει την ελευθερία της εκκλησιαστικής μαρτυρίας.

Οι επίσκοποι δεν είναι απλοί δημόσιοι λειτουργοί. Είναι οι διάδοχοι των Αποστόλων και φέρουν την ευθύνη να διαφυλάττουν και να ομολογούν την πίστη «εν καιρώ και εκτός καιρού». Η αποστολή τους δεν είναι μόνο διοικητική. Είναι πρωτίστως πνευματική. Η ανησυχία πολλών πιστών δεν γεννιέται σε κενό αέρος. Η Εκκλησία της Ελλάδος εξακολουθεί να επηρεάζει σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης, ιδιαίτερα σε ζητήματα οικογένειας, βιοηθικής, παιδείας και πολιτισμικής ταυτότητας. Και ακριβώς σε αυτά τα πεδία εμφανίζονται οι σημαντικότερες τριβές με τη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα. Στο θέμα της οικογένειας, η Εκκλησία συνεχίζει να διδάσκει ότι ο γάμος αποτελεί μυστήριο μεταξύ άνδρα και γυναίκας. Στη βιοηθική αντιμετωπίζει με επιφύλαξη πρακτικές όπως η παρένθετη μητρότητα, η ευθανασία και άλλες παρεμβάσεις που θεωρεί ότι αγγίζουν τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης. Στην παιδεία και την πολιτισμική ταυτότητα υπενθυμίζει τον ιστορικό δεσμό της Ορθοδοξίας με τον ελληνισμό.

Από την άλλη πλευρά, το κράτος νομοθετεί με βάση την ισότητα των πολιτών, τα ατομικά δικαιώματα και τη θρησκευτική ουδετερότητα. Έτσι δημιουργούνται συγκρούσεις που δεν είναι συγκυριακές αλλά βαθύτερες. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα: θα παραμείνει η Εκκλησία ελεύθερη να διατυπώνει τη θέση της όταν αυτή συγκρούεται με το κυρίαρχο πολιτικό και κοινωνικό ρεύμα; Το ερώτημα αυτό δεν είναι θεωρητικό. Διότι η διάβρωση έχει ήδη αρχίσει — όχι από τα πάνω, αλλά από τα κάτω.

Ο άνθρωπος είχε πάντοτε την τάση να κατασκευάζει έναν Θεό στα μέτρα του. Κάποιος που αγαπά τον πλούτο βρίσκει έναν Χριστό που ευλογεί τον πλούτο. Κάποιος που επιθυμεί απόλυτη ατομική ελευθερία βρίσκει έναν Χριστό που δεν ζητά μετάνοια από κανέναν. Σε μια κοινωνία που έχει μάθει να διαπραγματεύεται τα πάντα, πολλοί πιστοί έχουν ήδη αρχίσει να διαπραγματεύονται και το δόγμα — προσαρμόζοντάς το στις ανάγκες τους αντί να προσαρμόζουν τον εαυτό τους σε αυτό.

Αν λοιπόν οι ίδιοι οι ποιμένες αρχίσουν να μαλακώνουν τη φωνή τους — έστω και ανεπαίσθητα, έστω και από ευγνωμοσύνη προς μια γενναιόδωρη εξουσία — το χάσμα ανάμεσα στο κηρυττόμενο δόγμα και στη βιωμένη πίστη δεν θα στενέψει. Θα γίνει άβυσσος. Η ιστορία δείχνει ότι οι μεγάλες αλλοιώσεις σπάνια ξεκινούν με ανοιχτές συγκρούσεις. Συνήθως αρχίζουν με μικρούς συμβιβασμούς που παρουσιάζονται ως αναγκαίες προσαρμογές. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας έβλεπαν με καχυποψία κάθε μορφή πνευματικής άνεσης. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος δίδασκε ότι τίποτε δεν αποδυναμώνει τόσο την παρρησία του ανθρώπου όσο η προσκόλληση στην ασφάλεια και στα πρόσκαιρα αγαθά. Και ο Μέγας Βασίλειος υπενθύμιζε ότι ο πλούτος δεν είναι ιδιοκτησία αλλά ευθύνη απέναντι στους αδελφούς μας.

Βεβαίως, θα ήταν άδικο να αγνοήσει κανείς μια σημαντική πραγματικότητα. Πολλοί ιεράρχες διαθέτουν σημαντικό μέρος των αποδοχών τους σε φιλανθρωπικό έργο, στη στήριξη ενοριών, ιδρυμάτων και ανθρώπων που βρίσκονται σε ανάγκη. Ιδιαίτερα στην ελληνική περιφέρεια, δεν είναι σπάνιο να καλύπτουν προσωπικά έξοδα μετακινήσεων, λειτουργικών αναγκών ή έκτακτων κοινωνικών περιστατικών. Επιπλέον, οι επίσκοποι είναι άγαμοι κληρικοί χωρίς οικογένεια ή κληρονόμους και, σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, ό,τι αποκτούν καταλήγει τελικά στην Εκκλησία και στο έργο της. Γι’ αυτό ο προβληματισμός δεν αφορά πρωτίστως τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται τα χρήματα οι ίδιοι οι επίσκοποι. Αφορά το μήνυμα που εκπέμπει η Πολιτεία όταν επιλέγει να προχωρήσει σε τόσο μεγάλες αυξήσεις προς έναν θεσμό με ιδιαίτερη ηθική και κοινωνική επιρροή.

Η Εκκλησία δεν δοκιμάζεται μόνο όταν διώκεται από την εξουσία. Δοκιμάζεται και όταν η εξουσία γίνεται γενναιόδωρη μαζί της. Ο ίδιος ο Χριστός έθεσε το μέτρο με απόλυτη σαφήνεια — και το ακούσαμε την Κυριακή των Αγίων Πάντων:

«Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. Καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος.»

Και ο Απόστολος Παύλος συμπληρώνει: «Κήρυξον τὸν λόγον, ἐπίστηθι εὐκαίρως ἀκαίρως.»

Η ομολογία προϋποθέτει κόστος. Αν δεν υπάρχει κόστος, δεν υπάρχει δοκιμασία. Η Εκκλησία δεν μεγαλούργησε όταν βρέθηκε κοντά στην άνεση, αλλά όταν βρέθηκε κοντά στον σταυρό. Οι άγιοι που διαμόρφωσαν την παράδοσή της δεν τιμώνται επειδή απέκτησαν προνόμια, αλλά επειδή προτίμησαν να χάσουν τα πάντα παρά να σιωπήσουν μπροστά στην αλήθεια.

Η τελική κρίση δεν θα γίνει από τα μισθολόγια. Θα γίνει από την παρρησία. Από το αν οι ποιμένες θα συνεχίσουν να κηρύττουν τον λόγο εὐκαίρως ἀκαίρως — και από το αν θα σταθούν στο πλευρό του Χριστού όταν αυτό έχει κόστος.

Διότι η μεγαλύτερη ανησυχία των πιστών δεν είναι οι αυξήσεις μισθών.

Είναι μήπως, μαζί με αυτές, αρχίσουν και οι εκπτώσεις ηθών.

Similar Posts