|

Από το «τροχαίο» στην υποψία οργανωμένης επίθεσης: τι αποκαλύπτει η υπόθεση του CEO της Cepal για το σύστημα των servicers

Μοιράσου το
Αντιγράφηκε!

γράφει ο Κωνσταντίνος Καραγιάννης

Η επίθεση σε βάρος του διευθύνοντος συμβούλου της Cepal δεν θα έπαιρνε ίσως τόσο μεγάλες διαστάσεις αν αντιμετωπιζόταν εξαρχής ως ένα συνηθισμένο επεισόδιο οδικής αντιπαράθεσης. Όμως η δημόσια εικόνα της υπόθεσης δεν έμεινε εκεί. Από τις πρώτες πληροφορίες προέκυψε ότι το περιστατικό ξεκίνησε με όρους που θύμιζαν τροχαίο ή εμβολισμό οχήματος, αλλά στη συνέχεια προσέλαβε βαρύτερα χαρακτηριστικά, καθώς η διερεύνησή του συνδέθηκε και με το Τμήμα Δίωξης Εκβιαστών. Αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του ποιο ήταν το κίνητρο, ούτε επιτρέπει ασφαλή σύνδεση με κάποια συγκεκριμένη υπόθεση δανείων. Δείχνει όμως ότι ούτε οι αρχές ούτε το ίδιο το θύμα φάνηκαν να το αντιμετωπίζουν ως ένα απλό στιγμιαίο ξέσπασμα στον δρόμο.

Αυτή ακριβώς η μετατόπιση, από το «τροχαίο» στην υποψία οργανωμένης ή στοχευμένης ενέργειας, άνοιξε ξανά μια συζήτηση που στην πραγματικότητα σιγοβράζει εδώ και χρόνια: τη σύγκρουση γύρω από τους servicers, τα funds, τις τράπεζες, τις εισπρακτικές πρακτικές και τους πλειστηριασμούς. Και δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί. Η Cepal είναι ένας από τους μεγάλους servicers στην Ελλάδα, δηλαδή μία από τις εταιρείες που διαχειρίζονται τεράστιο όγκο μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η Τράπεζα της Ελλάδος εξηγεί ότι οι εταιρείες αυτές λειτουργούν ως αδειοδοτημένες εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και αναλαμβάνουν τη διαχείριση μεταβιβασμένων ή τιτλοποιημένων δανείων βάσει ειδικού εποπτικού πλαισίου.

Για τον μέσο πολίτη, όμως, όλα αυτά δεν εμφανίζονται ως τεχνικοί όροι. Εμφανίζονται ως ένα πολύ απλό και πολύ σκληρό βίωμα. Κάποτε χρωστούσε σε μια τράπεζα. Σήμερα τον καλεί μια άλλη εταιρεία. Άλλος του ζητά έγγραφα, άλλος του προτείνει ρύθμιση, άλλος τον πιέζει τηλεφωνικά, άλλος προχωρά τα νομικά μέτρα. Νομικά, οι ρόλοι αυτοί είναι διακριτοί. Στην εμπειρία του οφειλέτη, όμως, μοιάζουν συχνά με έναν ενιαίο μηχανισμό πίεσης. Από εκεί γεννιέται και η αίσθηση ότι υπάρχει ένα «τρίγωνο» τραπεζών, servicers και εισπρακτικών, ακόμη κι αν οι ιδιότητες αυτών των φορέων δεν ταυτίζονται νομικά. Ο νόμος για τις εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών προβλέπει ξεχωριστό καθεστώς για τις σχετικές οχλήσεις και επικοινωνίες, κάτι που δείχνει ακριβώς ότι ο νομοθέτης θεωρεί το κομμάτι αυτό αρκετά σοβαρό ώστε να το ρυθμίζει ειδικά.

Το πιο κρίσιμο, όμως, δεν είναι μόνο ποιος μιλά στον οφειλέτη. Είναι τι υποχρεούται να κάνει πριν φτάσει στην πίεση, στην καταγγελία ή στην εκτέλεση. Και εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Το ισχύον πλαίσιο δεν αντιμετωπίζει τους servicers ως απλούς μηχανισμούς είσπραξης. Ο Κώδικας Δεοντολογίας της Τράπεζας της Ελλάδος και η σχετική απόφαση εφαρμογής του προβλέπουν ότι η κατάλληλη λύση ρύθμισης πρέπει να βασίζεται σε ρεαλιστικές εκτιμήσεις της δυνατότητας αποπληρωμής του δανειολήπτη, λαμβάνοντας υπόψη το εισόδημα, την περιουσιακή κατάσταση, τις λοιπές οφειλές, τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης, αλλά και παράγοντες όπως η ηλικία, η οικογενειακή κατάσταση, η υγεία και το επάγγελμα.

Με απλά λόγια, αυτό σημαίνει ότι ο servicer δεν πρέπει να βλέπει μόνο ένα χρέος και έναν αριθμό φακέλου. Πρέπει να βλέπει και τον άνθρωπο. Αν μια οικογένεια έχει δύο παιδιά, χαμηλό εισόδημα και αυξημένα έξοδα διαβίωσης, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως ένα νοικοκυριό με πολλαπλάσια οικονομική δυνατότητα. Αν ένας μικρός επαγγελματίας είχε τη δυνατότητα να εξυπηρετεί το δάνειό του πριν από δέκα χρόνια αλλά σήμερα έχει υποστεί κατάρρευση τζίρου ή σοβαρή επιδείνωση της υγείας του, η ρύθμιση που θα του προταθεί οφείλει να αντανακλά αυτή τη νέα πραγματικότητα. Αλλιώς δεν πρόκειται για λύση. Πρόκειται για καθυστέρηση της επόμενης σύγκρουσης.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη κοινωνική καταγγελία. Πολλοί δανειολήπτες δεν αμφισβητούν απλώς την αυστηρότητα του συστήματος. Αμφισβητούν το αν τηρείται στην πράξη η βασική του υποχρέωση: η ουσιαστική και εξατομικευμένη αξιολόγηση της πραγματικής δυνατότητας αποπληρωμής. Η κριτική που ακούγεται όλο και πιο συχνά είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις οι προτάσεις ρύθμισης είναι τυποποιημένες, ότι η επικοινωνία είναι προβληματική, ότι οι εξηγήσεις για το πώς προκύπτουν τα ποσά είναι ελλιπείς, ότι οι απαντήσεις αργούν και ότι ο οφειλέτης καταλήγει να αισθάνεται πως δεν ακούγεται πραγματικά. Έτσι, η υποχρέωση προστασίας του καταναλωτή μετατρέπεται, στα μάτια πολλών, σε τυπική διαδικασία χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.

Το κράτος φαίνεται πλέον να αναγνωρίζει ότι το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό. Σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα, στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών προωθείται ειδικός μηχανισμός παρακολούθησης των καταγγελιών κατά servicers, μέσω πενταμελούς επιτροπής στη Γενική Διεύθυνση Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, η οποία θα εξετάζει πράξεις και παραλείψεις των διαχειριστών, θα αξιολογεί τη βασιμότητα των παραπόνων και θα προωθεί τις αναγκαίες ενέργειες. Το ίδιο πλαίσιο συζήτησης συνδέεται με αυξανόμενες αναφορές για προκλητικές συμπεριφορές, επιθετικές οχλήσεις και ελλιπή διαφάνεια.

Η επιτροπή αυτή δεν είναι το μόνο εργαλείο. Παράλληλα, η νομοθεσία έχει ήδη ενισχυθεί προς την κατεύθυνση μεγαλύτερης λογοδοσίας. Το Υπουργείο Οικονομικών έχει ανακοινώσει την εφαρμογή της ατομικής ενημέρωσης των δανειοληπτών από τους servicers μέσω ψηφιακών πλατφορμών, με στοιχεία για το ύψος της οφειλής, το ιστορικό πληρωμών, τις δόσεις και τα βασικά δεδομένα εξυπηρέτησης του δανείου. Η λογική αυτού του μέτρου είναι σαφής: ο οφειλέτης πρέπει να ξέρει με ακρίβεια τι χρωστά, πώς προκύπτει η οφειλή του και πού ακριβώς βρίσκεται η υπόθεσή του.

Αυτό είναι κρίσιμο, γιατί ένα από τα πιο σοβαρά παράπονα στην αγορά είναι η αδιαφάνεια των ποσών. Όταν ο πολίτης δεν καταλαβαίνει καθαρά ποιο μέρος της απαίτησης είναι κεφάλαιο, ποιο είναι τόκος, ποιες είναι οι προσαυξήσεις, ποιες πληρωμές έχουν αναγνωριστεί και ποιες όχι, τότε δεν μπορεί να διαπραγματευθεί πραγματικά. Και όταν δεν μπορεί να διαπραγματευθεί πραγματικά, δεν αισθάνεται ότι προστατεύεται. Αισθάνεται ότι βρίσκεται απέναντι σε μια διαδικασία προαποφασισμένη.

Άρα το βασικό ερώτημα της κοινωνίας σήμερα δεν είναι αν οι servicers έχουν λόγο ύπαρξης. Έχουν. Ούτε αν κάθε οφειλέτης έχει αυτομάτως δίκιο. Δεν έχει. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν το σύστημα εφαρμόζει στην πράξη αυτό που ο νόμος και οι κανόνες του επιβάλλουν. Αν δηλαδή πριν από κάθε πίεση, πριν από κάθε καταγγελία και πριν από κάθε πλειστηριασμό, έχει προηγηθεί σοβαρή, εξατομικευμένη, διαφανής και τεκμηριωμένη προσπάθεια εξεύρεσης βιώσιμης λύσης.

Και εκεί ακριβώς συναντιέται η υπόθεση της επίθεσης στον επικεφαλής της Cepal με το ευρύτερο κοινωνικό κλίμα. Όχι επειδή έχει αποδειχθεί κάποια ευθεία σύνδεση. Αλλά επειδή το περιστατικό συνέβη μέσα σε ένα περιβάλλον ήδη φορτισμένο από τη δυσαρέσκεια απέναντι στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται τα κόκκινα δάνεια, οι ρυθμίσεις και οι εκτελέσεις. Όταν ένα τέτοιο γεγονός παύει να εμφανίζεται ως απλό «τροχαίο» και αρχίζει να εξετάζεται υπό το πρίσμα ενός βαρύτερου αδικήματος, τότε γίνεται αμέσως καθρέφτης αυτής της κοινωνικής έντασης.

Η ουσία, τελικά, είναι απλή. Οι servicers δεν κρίνονται μόνο από το πόσα χρήματα ανακτούν. Κρίνονται από το αν λειτουργούν με κανόνες που ο πολίτης μπορεί να αναγνωρίσει ως δίκαιους. Από το αν αντιμετωπίζουν τον οφειλέτη ως πρόσωπο με πραγματικές οικονομικές δυνατότητες και πραγματικές ανάγκες και όχι ως έναν φάκελο που πρέπει να κλείσει γρήγορα. Από το αν αναλογίζονται με τον προσήκοντα σεβασμό ότι η ανθρώπινη ζωή δεν είναι ένα ακόμα κελί σε ένα αρχείο excel και από το αν αποδεικνύουν στην πράξη, όχι μόνο στα χαρτιά, ότι η προστασία του καταναλωτή δεν είναι διακοσμητική διατύπωση αλλά ουσιαστική υποχρέωση.

Similar Posts