Πόλεμος χωρίς έξοδο: το αμερικανικό δίλημμα στη Μέση Ανατολή
γράφει ο Δημήτρης Γκουλιώνης
Για τρίτη εβδομάδα συνεχίζεται ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και είναι πλέον φανερό ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν σαφές σχέδιο απεμπλοκής, ούτε έχουν συγκεκριμενοποιήσει πλήρως τους πολιτικούς στόχους αυτής της πολεμικής εκστρατείας.
Σε μια στιγμή εμφανώς δύσκολης πολιτικής διαχείρισης της κρίσης, ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έφθασε στο σημείο να απειλήσει ακόμη και το NATO με διάλυση εάν δεν συνδράμει στην ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ, ενώ προειδοποίησε και τον κινέζο ομόλογό του Σι Τζιπινγκ ότι θα ακυρώσει την προγραμματισμένη επίσκεψή του στο Πεκίνο, εάν η Κίνα δεν στείλει πολεμικά πλοία προκειμένου να συμβάλει στη διασφάλιση της ναυσιπλοΐας στην περιοχή.
«Εάν δεν υπάρξει απάντηση ή εάν η απάντηση είναι αρνητική, πιστεύω ότι θα είναι πολύ κακό για το μέλλον του ΝΑΤΟ», δήλωσε ο Τραμπ, επισημαίνοντας ότι η Ευρώπη και η Κίνα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο του Κόλπου, σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. «Είναι απολύτως εύλογο όσοι επωφελούνται από τα Στενά να βοηθήσουν ώστε να διασφαλιστεί ότι τίποτε κακό δεν θα συμβεί εκεί», πρόσθεσε.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας σύγκρουσης που κινδυνεύει να παραταθεί.
Η «εκδρομή», όπως είχε χαρακτηρίσει αρχικά τη στρατιωτική επιχείρηση ο ίδιος ο Τραμπ, φαίνεται να εξελίσσεται σε μια πολύμηνη περιπέτεια. Μεγάλα διεθνή δημοσιογραφικά πρακτορεία εκτιμούν ότι ο πόλεμος ενδέχεται να διαρκέσει πολύ περισσότερο από τις πέντε εβδομάδες που αρχικά υπολόγιζαν ορισμένοι αναλυτές, με κάποιες εκτιμήσεις να μεταθέτουν τον πιθανό ορίζοντα αποκλιμάκωσης ακόμη και προς το φθινόπωρο.
Οι στρατιωτικές κινήσεις των ΗΠΑ δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον θέλει να κρατήσει ανοικτές όλες τις επιλογές.
Η είδηση ότι η 31η Εκστρατευτική Δύναμη Πεζοναυτών (31 MEU) αποχώρησε από την Ιαπωνία και κατευθύνεται προς τον Περσικό Κόλπο ενισχύει τις εκτιμήσεις ότι η Ουάσιγκτον επιθυμεί να διατηρήσει ανοικτό το ενδεχόμενο μιας περιορισμένης χερσαίας επιχείρησης. Παράλληλα, από την προηγούμενη εβδομάδα υπήρξε επίσημη ενημέρωση από το αμερικανικό επιτελείο ότι η 82α Αερομεταφερόμενη Μεραρχία διέκοψε μέρος της εκπαιδευτικής της δραστηριότητας προκειμένου να προετοιμαστεί για ενδεχόμενη ανάπτυξη στη Μέση Ανατολή.
Πιθανοί στόχοι μιας τέτοιας επιχείρησης θα μπορούσαν να είναι το νησί Χαργκ και οι ακτές γύρω από τα Στενά του Ορμούζ. Πρόκειται ωστόσο για μια ιδιαίτερα παρακινδυνευμένη στρατιωτική επιχείρηση, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικές απώλειες από την πλευρά των Αμερικανών. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα επιβάρυνε περαιτέρω το ήδη επιφυλακτικό κλίμα της αμερικανικής κοινής γνώμης απέναντι στον πόλεμο.
Η εσωτερική πολιτική στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελεί έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα.
Το ενδεχόμενο συνέχισης της σύγκρουσης μέχρι το φθινόπωρο θα συνιστούσε πολιτικό εφιάλτη για τον Τραμπ, καθώς στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου θα επιθυμούσε να έχει ήδη κλείσει το μέτωπο της Μέσης Ανατολής. Οι δημοσκοπήσεις ήδη δίνουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων στους Δημοκρατικούς και οριακή πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών στη Γερουσία. Εάν όμως ο πόλεμος συνεχιστεί ή κλιμακωθεί, δεν αποκλείεται ο Τραμπ να βρεθεί αντιμέτωπος ακόμη και με το ενδεχόμενο απώλειας και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να επιχειρήσει μια πολιτική διέξοδο, περιορίζοντας τις επιχειρήσεις και δηλώνοντας ότι «ολοκλήρωσε τους αντικειμενικούς της σκοπούς». Μια τέτοια εξέλιξη θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με σιωπηρή παραδοχή ότι οι αρχικοί στόχοι δεν επιτεύχθηκαν πλήρως. Η αλλαγή καθεστώτος που επιθυμούσε η Ουάσιγκτον δεν έγινε πραγματικότητα, ενώ ακόμη και η εξουδετέρωση του ανώτατου ηγέτη του Ιράν Αλί Χανενεϊ ή άλλων υψηλόβαθμων αξιωματούχων δεν φαίνεται να επηρέασε ουσιαστικά τη μαχητική ικανότητα του ιρανικού συστήματος.
Η αντοχή του Ιράν δεν είναι τυχαία.
Το καθεστώς, προετοιμασμένο εδώ και δεκαετίες για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, έχει διαμορφώσει την κεντρική του αμυντική στρατηγική στο λεγόμενο «Μωσαϊκό Δόγμα». Στόχος του είναι να αντιμετωπίσει την ανώτερη συμβατική ισχύ πυρός των ΗΠΑ και του Ισραήλ μέσω ενός αποκεντρωμένου μοντέλου άμυνας. Αντί για μεγάλους παραδοσιακούς σχηματισμούς, το δόγμα βασίζεται σε μικρές, ευέλικτες και αυτόνομες μονάδες, γεγονός που καθιστά δυσκολότερο για τον αντίπαλο να τις εντοπίσει και να τις εξουδετερώσει. Συνολικά 31 περιφερειακές διοικήσεις επιτρέπουν στους Φρουρούς της Επανάστασης να συνεχίζουν τα πλήγματα, οδηγώντας τον αντίπαλο σε έναν πόλεμο φθοράς.
Σε αυτό το σημείο εντοπίζεται και ο αυξανόμενος εκνευρισμός της αμερικανικής ηγεσίας. Όσο η σύγκρουση παρατείνεται, τόσο δοκιμάζεται το κύρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι συνεχείς αναφορές στον διεθνή Τύπο ότι η Ουάσιγκτον σύρθηκε στη σύγκρουση από το Τελ Αβίβ ενισχύουν την αμφισβήτηση γύρω από τις επιλογές της αμερικανικής διοίκησης.
Βεβαίως, οι δύο στενοί σύμμαχοι — οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ — έχουν τους δικούς τους λόγους για τους οποίους επιδιώκουν την αποδυνάμωση του Ιράν. Για την Ουάσιγκτον, το Ιράν αποτελεί έναν ακόμη σημαντικό ενεργειακό κρίκο στην αλυσίδα τροφοδοσίας της Κίνας. Για το Ισραήλ, από την άλλη πλευρά, η σύγκρουση συνδέεται με την επιδίωξη διάλυσης του λεγόμενου «άξονα της αντίστασης» που χρηματοδοτείται από την Τεχεράνη, δηλαδή οργανώσεων όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ.
Η Κίνα, από την πλευρά της, δεν έχει ακόμη απαντήσει στην «πρόσκληση – πρόκληση» του Τραμπ για συμμετοχή στην επιχείρηση ασφάλειας των Στενών του Ορμούζ. Τα στρατηγικά της αποθέματα σε πετρέλαιο επαρκούν για περίπου εκατό ημέρες και το Πεκίνο δεν φαίνεται διατεθειμένο να εμπλακεί σε μια αβέβαιη στρατιωτική περιπέτεια. Μια τέτοια επιλογή θα σήμαινε άλλωστε ότι θα στρεφόταν εναντίον ενός στενού συμμάχου, από τον οποίο προμηθεύεται φθηνό πετρέλαιο που αποτελεί σημαντικό αιμοδότη της κινεζικής βιομηχανίας.
