Το έγκλημα δεν τελείωσε στα Τέμπη. Συνεχίζεται στο σκοτάδι.
γράφει ο Κωνσταντίνος Καραγιάννης
Από τις αποκαλύψεις που αποδίδονται στον Δημήτρη Αλικάκο για τα «βίντεο Καπερνάρου», μέχρι τον υπαινιγμό του Κυριάκου Μητσοτάκη στον Αντώνη Σρόιτερ και όσα καταγγέλλονται σήμερα στη Λάρισα από τη Μαρία Καρυστιανού και τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, το ίδιο ερώτημα παραμένει αμείλικτο: ποιος ήξερε, από πότε, και γιατί η αλήθεια έφτανε πάντα με καθυστέρηση;
Στην υπόθεση των Τεμπών, το πιο βαρύ ερώτημα δεν είναι πια μόνο τι δείχνουν τα βίντεο. Είναι ποιος τα ήξερε, πότε τα ήξερε και γιατί η αλήθεια εμφανίστηκε ξανά αποσπασματικά, μέσα από υπαινιγμούς, διαρροές, καθυστερήσεις, συγκρούσεις και νέες σκιές. Από την πρώτη μέρα μετά την τραγωδία μέχρι τα γεγονότα της Λάρισας, η ίδια αίσθηση επιμένει: ότι κάποιοι δεν φοβήθηκαν μόνο το υλικό, αλλά κυρίως τις συνέπειες μιας αλήθειας που δεν μπορούσαν να ελέγξουν.
Τις τελευταίες ώρες η δημόσια συζήτηση φουντώνει ξανά εξαιτίας όσων αποδίδονται στον Δημήτρη Αλικάκο. Σύμφωνα με το δημοσίευμα των Data Journalists, ο Αλικάκος φέρεται να υποστήριξε ότι η κυβέρνηση και ο ανακριτής γνώριζαν για το βιντεοληπτικό υλικό ήδη από τις 20 Νοεμβρίου 2024 και δεν έκαναν τίποτα έως ότου αυτό δημοσιοποιήθηκε στις 5 Φεβρουαρίου 2025. Είτε αυτή η εκδοχή αποδειχθεί απολύτως ακριβής είτε όχι, το αποτέλεσμα είναι ήδη εκρηκτικό: η συζήτηση μετατοπίζεται από το «τι δείχνουν τα βίντεο» στο πολύ βαρύτερο «ποιος τα ήξερε και γιατί τα κράτησε εκτός καθαρού θεσμικού φωτός».
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό βάρος της υπόθεσης. Όχι σε ένα αρχείο, ούτε σε μία ακόμη τηλεοπτική ατάκα, αλλά στο γεγονός ότι στην τραγωδία των Τεμπών η αλήθεια μοιάζει διαρκώς να εμφανίζεται αργά, αποσπασματικά και πάντα μέσα από αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές. Σε ένα κράτος που σέβεται τον εαυτό του, ένα τόσο κρίσιμο υλικό δεν περιφέρεται ανάμεσα σε υπαινιγμούς, δημοσιογραφικές «πληροφορίες» και μεταγενέστερες εξηγήσεις. Κατατίθεται αμέσως εκεί όπου πρέπει, ελέγχεται αμέσως όπως πρέπει και αντιμετωπίζεται με τρόπο που δεν αφήνει ούτε ίχνος σκιάς.
Κι όμως, αυτό το ίχνος σκιάς είναι που συνοδεύει την υπόθεση από την πρώτη ημέρα. Από την επομένη κιόλας της σύγκρουσης, η κοινωνία δεν πήρε την αίσθηση μιας εξουσίας που ήταν αποφασισμένη να τα ανοίξει όλα, αλλά μιας εξουσίας που έμοιαζε να θέλει να περιορίσει εξαρχής την έκταση της καταστροφής, όχι μόνο σε επίπεδο ευθυνών αλλά και σε επίπεδο πολιτικών συνεπειών. Από πολύ νωρίς δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι η κυβέρνηση δεν ήθελε μια έρευνα χωρίς όρια. Ήθελε να κλείσει μια ανοιχτή πληγή πριν αυτή μιλήσει με όλο της το βάρος.
Από εκεί ξεκινούν όλα. Από την 29η Ιανουαρίου 2025, όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στη συνέντευξή του στον Αντώνη Σρόιτερ, είπε «ποιος σας είπε ότι δεν έχουν πάει βίντεο;» και πρόσθεσε ότι θα ήλπιζε να υπήρχε «ένα βίντεο από αυτό το τρένο» στον φάκελο του εφέτη ανακριτή. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 5 Φεβρουαρίου 2025, τα βίντεο που συνδέθηκαν δημόσια με τον Βασίλη Καπερνάρο παραδίδονταν στον εφέτη ανακριτή. Στις 10 Φεβρουαρίου 2025 η ΕΛ.ΑΣ. πήρε τον server της εταιρείας για να ελέγξει τη γνησιότητά τους, ενώ στο μεταξύ ο Άρης Πορτοσάλτε είχε ήδη αναδείξει δημόσια σχετικό υλικό και αργότερα δήλωσε ότι έκανε «το δημοσιογραφικό του καθήκον».
Αυτό ακριβώς κάνει την παρέμβαση Αλικάκου τόσο κρίσιμη. Διότι, αν αληθεύει ότι η γνώση του υλικού υπήρχε από τις 20 Νοεμβρίου 2024, τότε η συνέντευξη Μητσοτάκη στον Σρόιτερ παύει να μοιάζει με απλό υπαινιγμό και αποκτά εντελώς διαφορετικό πολιτικό βάρος. Αν πάλι δεν αληθεύει, τότε και πάλι η υπόθεση απαιτεί άμεση αποσαφήνιση με έγγραφα, ίχνη παραλαβής και καθαρό χρονολόγιο. Σε κάθε περίπτωση, η κοινωνία δεν μπορεί να μείνει με ημιτελείς αφηγήσεις.
Και ύστερα έρχεται η Λάρισα. Εκεί όπου η ιστορία δεν έγινε καθαρότερη, αλλά ακόμη πιο βαριά. Στις 19 και 20 Μαρτίου 2026, αντί η κοινωνία να παρακολουθεί μια διαδικασία διαφανή και ήρεμη γύρω από τα ψηφιακά πειστήρια, είδε νέες καταγγελίες και νέα σύγκρουση. Η Μαρία Καρυστιανού μίλησε για πλήρη απαξίωση της διαδικασίας και χάος γύρω από τα πειστήρια, ενώ δημοσιεύματα κατέγραψαν ότι η Ζωή Κωνσταντοπούλου κατήγγειλε χειρόγραφη ανάκληση της χορήγησης αντιγράφων και διακοπή αντιγραφής σκληρών δίσκων.
Αυτό είναι που βαραίνει περισσότερο από όλα. Όχι μόνο ότι υπάρχουν βίντεο. Όχι μόνο ότι υπάρχουν ημερομηνίες. Αλλά ότι σε κάθε κρίσιμο σημείο της υπόθεσης παρεμβάλλεται ένα νέφος. Ένας υπαινιγμός. Μια καθυστέρηση. Μια διαρροή. Μια τηλεοπτική προαναγγελία. Μια ανάκληση. Μια σύγκρουση. Σαν να μην μπορεί ποτέ η αλήθεια να φτάσει ολόκληρη και στην ώρα της, αλλά μόνο μέσα από φίλτρα, παρεμβάσεις και ελεγχόμενες δόσεις.
Όποιος θέλει να είναι σοβαρός οφείλει να είναι και δίκαιος. Δεν υπάρχουν σήμερα όλα τα αποδεικτικά στοιχεία ανοιχτά μπροστά στην κοινωνία, ώστε να ισχυριστεί κανείς με απόλυτη βεβαιότητα ότι γνωρίζει όλο το παρασκήνιο κάθε ημερομηνίας, κάθε αρχείου και κάθε διακίνησης. Υπάρχει όμως ήδη κάτι βαθιά πολιτικό και βαθιά επιβαρυντικό: η αδυναμία της εξουσίας να εμπνεύσει έστω και το ελάχιστο της εμπιστοσύνης ότι ήθελε από την πρώτη στιγμή μια έρευνα χωρίς δεύτερες σκέψεις, χωρίς ελεγχόμενο timing και χωρίς πολιτικό υπολογισμό.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο σκληρό συμπέρασμα απ’ όλα. Ό,τι κι αν ειπώθηκε από το έγκλημα των Τεμπών μέχρι σήμερα, όποια γραμμή κι αν προβλήθηκε, όποιο στοιχείο κι αν αναδείχθηκε ή θάφτηκε, όλα μοιάζουν να ξεκινούν από την ίδια ρίζα: ότι η κυβέρνηση φοβόταν εξαρχής να ψάξει σε βάθος. Ότι δεν ήθελε να ανοιχτούν όλα τα ενδεχόμενα. Ότι ήθελε να τελειώσει η υπόθεση πριν αυτή αρχίσει πραγματικά να μιλά.
Γι’ αυτό και η κοινωνία δεν οφείλει πια να ζητά γενικά «να πέσει φως». Οφείλει να απαιτήσει το μόνο πράγμα που μπορεί πλέον να σταθεί απέναντι σε αυτή τη συσσωρευμένη δυσπιστία: ένα πλήρες, αποδείξιμο, αδιάβλητο χρονολόγιο. Με ονόματα. Με ημερομηνίες. Με πράξεις. Από τον Δημήτρη Αλικάκο και όσα αποδίδονται σε εκείνον για τη γνώση των βίντεο από τις 20 Νοεμβρίου 2024, μέχρι τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον υπαινιγμό στον Αντώνη Σρόιτερ, τα «βίντεο Καπερνάρου», τη δημόσια ανάδειξή τους και όσα σήμερα καταγγέλλουν η Μαρία Καρυστιανού και η Ζωή Κωνσταντοπούλου στη Λάρισα. Ποιος ήξερε. Ποιος ενημερώθηκε. Ποιος παρέλαβε. Ποιος καθυστέρησε. Ποιος μίλησε και με ποια πραγματική γνώση.
Γιατί στο τέλος αυτό είναι που μένει. Το έγκλημα δεν τελείωσε στα Τέμπη. Συνεχίζεται στο σκοτάδι. Και το σκοτάδι αυτό δεν είναι πια μόνο η μνήμη μιας εθνικής τραγωδίας. Είναι ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίστηκαν την αλήθεια της.
