Σύστημα : Σε καθεστώς αυτοπροστασίας
γράφει ο Κωνσταντίνος Καραγιάννης
Σήμερα στο «είμαστε στον αέρα» βρεθήκαμε να σχοινοβατούμε ανάμεσα στην καθημερινή, βιωμένη εμπειρία και την επιστημονική φαντασία. Και το ερώτημα προέκυψε σχεδόν αυθόρμητα: άραγε συνυπάρχουν; Γιατί γίνεται ολοένα πιο δύσκολο να αγνοήσει κανείς πόσο συχνά η πραγματικότητα θυμίζει δυστοπικό σενάριο. Οι θεματοφύλακες της δημοκρατίας, οι δημόσιοι λειτουργοί και διαχειριστές της συλλογικής μας πραγματικότητας μοιάζουν να ενσωματώνονται τόσο βαθιά στο ίδιο το σύστημα, ώστε γεννιέται μια πιο ανησυχητική απορία. Προστατεύουν τελικά τον εντολέα τους; Και αν ναι, ποιος είναι αυτός; Ο πολίτης που τους εκλέγει ή ο πολιτικός προϊστάμενος που τους διορίζει; Ίσως ξεκινούν πιστεύοντας ότι υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον μέσα από τη θεσμική πειθαρχία. Κάπου όμως στη διαδρομή η ισορροπία μετατοπίζεται. Και τότε η προστασία δεν αφορά πια ούτε το σύνολο ούτε καν την εξουσία, αλλά κάτι πιο στοιχειώδες: την προσωπική πολιτική επιβίωση.
Κάπως έτσι αρχίζει να μοιάζει η πολιτική πραγματικότητα με κινηματογραφικό σύμπαν όπου τίποτα δεν καταρρέει θεαματικά, αλλά όλα μετασχηματίζονται αργά. Ένα σοβαρό περιστατικό σε δημόσιο νοσοκομείο απασχολεί έντονα τη δημόσια συζήτηση, όμως απουσιάζει από το επίσημο πρωθυπουργικό αφήγημα της εβδομάδας. Δεν υπάρχει άρνηση, ούτε σύγκρουση. Υπάρχει απλώς σιωπή. Και στη σύγχρονη πολιτική επικοινωνία η σιωπή δεν είναι απουσία θέσης· είναι επιλογή κάδρου. Ό,τι δεν εντάσσεται στην κεντρική αφήγηση μεταφέρεται εκτός σκηνής, σαν γεγονός που συνέβη αλλά δεν ανήκει στην ιστορία που επιλέγεται να ειπωθεί.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο καταμερισμός ρόλων μοιάζει σχεδόν σκηνοθετημένος. Η κορυφή της εξουσίας διατηρεί θεσμικό τόνο, ψυχραιμία και εικόνα σταθερότητας, ενώ άλλοι πολιτικοί αναλαμβάνουν την ένταση, τη σύγκρουση και την καθημερινή αντιπαράθεση. Ο συγκρουσιακός λόγος λειτουργεί αρχικά ως μηχανισμός απορρόφησης της φθοράς. Συγκεντρώνει την οργή, μετατοπίζει τη συζήτηση, παράγει θόρυβο όταν η πραγματικότητα γίνεται πολιτικά επικίνδυνη.
Εδώ όμως εμφανίζεται το σημείο όπου η πολιτική παύει να θυμίζει απλή στρατηγική και αρχίζει να θυμίζει επιστημονική φαντασία. Στο Matrix, ο Agent Smith δημιουργήθηκε για να προστατεύει το σύστημα. Ήταν εργαλείο ελέγχου, ένας μηχανισμός αποκατάστασης ισορροπίας. Μέχρι τη στιγμή που απέκτησε δική του δυναμική. Τότε άρχισε να πολλαπλασιάζεται ανεξέλεγκτα, μετατρέποντας κάθε σώμα σε αντίγραφό του. Το σύστημα δεν τον χρησιμοποιούσε πλέον. Είχε αρχίσει να αναπαράγεται μέσω αυτού.
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει όταν ένας συγκεκριμένος τύπος πολιτικού λόγου παύει να αποτελεί εξαίρεση και γίνεται κανονικότητα. Η υπερβολή, η επιθετικότητα, η βεβαιότητα πριν από την επιβεβαίωση και η διάδοση πληροφοριών χωρίς επαρκή έλεγχο δεν περιορίζονται σε ένα πρόσωπο. Αναπαράγονται. Υιοθετούνται. Πολλαπλασιάζονται μέσα στον δημόσιο διάλογο, στα μέσα ενημέρωσης, στα κοινωνικά δίκτυα, ακόμη και από όσους επιχειρούν να τα αντικρούσουν. Το φαινόμενο παύει να έχει ιδιοκτήτη. Ο «Agent Smith» δεν είναι πλέον άτομο αλλά μέθοδος.
Η παραδοχή ότι ακόμη και μια ανακριβής πληροφορία μπορεί τελικά να αφήνει θετικό επικοινωνιακό αποτύπωμα αποκαλύπτει τη βαθύτερη μετατόπιση. Η αλήθεια παύει να αποτελεί προϋπόθεση πολιτικής παρέμβασης και μετατρέπεται σε διαχειρίσιμο ρίσκο. Στην ψηφιακή εποχή η πρώτη εντύπωση εγκαθίσταται πριν από τη διάψευση και επιβιώνει μετά από αυτήν. Η διόρθωση δεν ακυρώνει τη ζημιά· απλώς έρχεται όταν η πολιτική λειτουργία της πληροφορίας έχει ήδη ολοκληρωθεί.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εξαγγελία πρωτοβουλιών για την αντιμετώπιση των fake news αποκτά σχεδόν ειρωνικό χαρακτήρα. Όταν η ίδια η πολιτική σκηνή λειτουργεί με τους ρυθμούς και τις τεχνικές της παραπληροφόρησης, η μάχη κατά της δεν μοιάζει με θεσμική αυτοκάθαρση αλλά με προσπάθεια ελέγχου του αφηγήματος. Η κοινωνία αντιλαμβάνεται αυτές τις αντιφάσεις και η δυσπιστία συσσωρεύεται αθόρυβα.
Το αποτέλεσμα δεν είναι απαραίτητα η έκρηξη αντίδρασης. Είναι η κόπωση. Οι πολίτες εκτίθενται καθημερινά σε κατηγορίες, διαψεύσεις, αποκαλύψεις, απειλές και επικοινωνιακές συγκρούσεις μέχρι που η διάκριση ανάμεσα στο γεγονός και στην εντύπωση αρχίζει να χάνει σημασία. Η απόσυρση γίνεται μορφή άμυνας. Η συμμετοχή αντικαθίσταται από παρακολούθηση. Η δημοκρατία συνεχίζει να λειτουργεί, αλλά με ένα κοινό ολοένα πιο αποστασιοποιημένο.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται η πραγματική διάβρωση του δημόσιου λόγου. Όχι στο ψέμα που ακούγεται δυνατά, ούτε στη σύγκρουση που κυριαρχεί στα πρωτοσέλιδα, αλλά στη στιγμή που η κοινωνία παύει να αναζητά ενεργά την αλήθεια επειδή θεωρεί πως όλα αποτελούν ήδη μέρος ενός σκηνοθετημένου κόσμου. Όπως σε κάθε δυστοπική ιστορία, το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι το σύστημα επιβάλλεται. Είναι ότι γίνεται οικείο.
Και τότε το ερώτημα δεν είναι πια ποιος είναι ή ποιος ελέγχει τον Agent Smith.
Το ερώτημα είναι αν έχουμε ήδη συνηθίσει να ζούμε μέσα σ’ ένα Matrix χωρίς να περιμένουμε την έξοδο.
