Η κυβέρνηση ως «γυναίκα του Καίσαρα»
γράφει ο Κωνσταντίνος Καραγιάννης
Η κυβέρνηση αυτή έχει πάψει προ πολλού να μιλά σαν εξουσία που λογοδοτεί. Μιλά σαν αυλή. Σαν σύστημα αυτοπροστασίας. Σαν ένας κλειστός κύκλος ηγετών, υπερυπουργών και αυτοκρατορικώς τοποθετημένων εκπροσώπων στα κανάλια, που εμφανίζονται με ύφος χιλίων καρδιναλίων για να υπερασπιστούν την αθωότητα εαυτών και αλλήλων συντρόφων, ακόμη και όταν τα σκάνδαλα είναι ήδη έκδηλα, ορατά, συσσωρευμένα και πολιτικά ασήκωτα. Δεν πρόκειται πια για σποραδική αλαζονεία. Πρόκειται για καθεστώς ύφους. Για μια μόνιμη κρατική πόζα αλαθήτου, που απαιτεί από την κοινωνία όχι απλώς ανοχή, αλλά σχεδόν υποταγή στην εκδοχή της εξουσίας για την πραγματικότητα.
Το εντυπωσιακό δεν είναι μόνο ότι σε κάθε νέα υπόθεση επιστρατεύεται ο ίδιος μηχανισμός συγκάλυψης, σχετικοποίησης και μετάθεσης ευθυνών. Είναι ότι αυτό γίνεται πλέον χωρίς καν την ανάγκη προσχημάτων. Το κυβερνητικό αφήγημα έχει αποκρυσταλλωθεί: υπάρχει ένα βαθύ κράτος, υπάρχουν διαχρονικές παθογένειες, υπάρχουν μηχανισμοί που προϋπήρχαν, υπάρχουν στρεβλώσεις δεκαετιών, υπάρχουν πάντα κάποιοι άλλοι που φταίνε πρώτοι. Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, η κυβέρνηση εμφανίζεται ως μια παράδοξη μορφή εξουσίας που κυβερνά επί χρόνια, αλλά εξακολουθεί να μιλά σαν πολιορκημένος μεταρρυθμιστής. Σαν να μη διοικεί το κράτος, αλλά να το παρακολουθεί από απέναντι. Σαν να μην είναι η ίδια το κέντρο της εξουσίας, αλλά το θύμα της.
Αυτό είναι και το πιο ενδιαφέρον πολιτικό στοιχείο της εποχής Μητσοτάκη. Ο σύγχρονος Καίσαρας δεν παρουσιάζεται ως ο ηγεμόνας που απαιτεί ακεραιότητα από το περιβάλλον του και απομακρύνει κάθε σκιά. Παρουσιάζεται σχεδόν ως η ίδια η γυναίκα του Καίσαρα. Ως το πρόσωπο που ζητά διαρκώς να το πιστέψουμε άμεμπτο, ενώ ταυτόχρονα μας εξηγεί ότι του την έστησαν, ότι οι σκιές είναι προϊόν εχθρικών μηχανισμών, ότι οι υποψίες είναι υπερβολές, ότι η εικόνα αδικεί την ουσία. Μόνο που η πολιτική δεν λειτουργεί έτσι. Η εξουσία δεν έχει δικαίωμα στο προνόμιο της μονίμως αδικημένης αθωότητας. Η εξουσία κρίνεται αυστηρότερα ακριβώς επειδή είναι εξουσία. Δεν αρκεί να λες ότι δεν αποδείχθηκε κάτι. Οφείλεις να μην παράγεις διαρκώς συνθήκες που γεννούν την υποψία.
Η υπόθεση Λαζαρίδη δεν μας αποκάλυψε κάτι που δεν ξέραμε. Δεν περιμέναμε αυτή την υπόθεση για να καταλάβουμε τη μέθοδο. Τη βλέπουμε χρόνια τώρα. Τη βλέπουμε κάθε φορά που ένα σοβαρό ερώτημα για πρόσωπο του στενού πυρήνα της εξουσίας μετατρέπεται αυτομάτως σε ζήτημα επικοινωνιακής διαχείρισης. Τη βλέπουμε όταν το πολιτικό πρόβλημα υποβιβάζεται σε τεχνική λεπτομέρεια, όταν η θεσμική σκιά βαφτίζεται υπερβολή της αντιπολίτευσης, όταν η ανάγκη λογοδοσίας αντικαθίσταται από ένα επιθετικό μιντιακό πείσμα του τύπου «και λοιπόν;». Αυτή η στάση είναι ίσως το πιο ερεθιστικό γνώρισμα της σημερινής διακυβέρνησης. Όχι μόνο η άρνηση της ευθύνης, αλλά η σχεδόν προσβεβλημένη απορία απέναντι στην ίδια την ιδέα ότι η εξουσία μπορεί να οφείλει εξηγήσεις.
Κι εδώ ακριβώς μπαίνει το ζήτημα της πολιτικής ηθικής, που είναι βαθύτερο από κάθε μεμονωμένη δικογραφία. Μια κυβέρνηση που ήρθε υποτίθεται για να συγκρουστεί με το παλιό, για να νικήσει τις παθογένειες, για να επιβάλει επιτέλους σοβαρότητα, κατέληξε να υιοθετεί όλα τα αντανακλαστικά του πιο παρακμιακού καθεστωτισμού. Προστατεύει τους δικούς της μέχρι τέλους, επιβάλλει στα φιλικά μικρόφωνα τη γραμμή της αθωότητας, ζητά από την κοινωνία να αγνοήσει το προφανές και, όταν η πίεση μεγαλώνει, ξανασερβίρει την ίδια γνωστή ιστορία: δεν είναι δική μας ευθύνη, είναι το σύστημα που παραλάβαμε, είναι οι πληγές της Μεταπολίτευσης, είναι οι χρόνιες δυσλειτουργίες. Μόνο που ύστερα από τόσα χρόνια διακυβέρνησης, το «βαθύ κράτος» παύει να είναι εξήγηση και γίνεται ομολογία. Αν δεν το άλλαξες, το ανέχθηκες. Αν το ανέχθηκες, το υπηρέτησες. Και αν το υπηρέτησες, δεν μπορείς να συνεχίζεις να αυτοπαρουσιάζεσαι ως διώκτης του.
Γι’ αυτό και οι υποθέσεις αυτές, μικρές ή μεγάλες, συνδέονται μεταξύ τους περισσότερο απ’ όσο φαίνεται. Δεν είναι όλες ίδιες ως προς τη βαρύτητα. Άλλο οι τραγωδίες, άλλο οι υποκλοπές, άλλο οι διορισμοί, άλλο οι επιδοτήσεις, άλλο οι σκιές γύρω από τίτλους και βιογραφικά. Αλλά όλες μαζί φωτίζουν το ίδιο μοντέλο εξουσίας. Ένα μοντέλο που θεωρεί ότι η ισχύς του δίνει όχι μεγαλύτερη υποχρέωση διαφάνειας, αλλά μεγαλύτερο δικαίωμα προστασίας. Ένα μοντέλο που ζητά να κρίνεται όχι με βάση όσα συμβαίνουν, αλλά με βάση το αφήγημα που κατασκευάζει για όσα συμβαίνουν. Και αυτό είναι η ουσία του προβλήματος.
Η χώρα δεν κυβερνάται σήμερα από Καίσαρες που απαιτούν από το περιβάλλον τους να είναι και να φαίνεται τίμιο. Κυβερνάται από ένα σύστημα εξουσίας που συμπεριφέρεται σαν συλλογική «γυναίκα του Καίσαρα»: μονίμως αθώα κατά δήλωσή της, μονίμως αδικημένη από τις εντυπώσεις, μονίμως θύμα μηχανισμών, μονίμως υπεράνω κριτικής. Και γύρω από αυτόν τον πυρήνα στήνεται μια ολόκληρη δημόσια χορωδία υπεράσπισης, από υπουργούς, βουλευτές, σχολιαστές και πρόθυμους μόνιμους απολογητές, που εμφανίζονται στα κανάλια όχι για να φωτίσουν τα γεγονότα, αλλά για να επιβάλουν τον σωστό τρόπο με τον οποίο πρέπει να τα αγνοήσουμε.
Μα ακριβώς αυτό είναι που εξοργίζει περισσότερο από κάθε επιμέρους σκάνδαλο. Όχι μόνο όσα συμβαίνουν, αλλά ο τρόπος με τον οποίο η εξουσία απαιτεί να τα δεχθούμε ως φυσιολογικά. Όχι μόνο η ουσία, αλλά το ύφος. Αυτό το ύφος αλάθητου ιερατείου, που δεν δέχεται μύγα στο σπαθί του, που αντιμετωπίζει κάθε ερώτημα ως σχεδόν προσβολή προς το μεγαλείο της διακυβέρνησης, που θεωρεί ότι η πολιτική κυριαρχία ισοδυναμεί με ηθική αθώωση. Όμως δεν ισοδυναμεί. Και ακριβώς εκεί αρχίζει η φθορά.
Γιατί στο τέλος οι κυβερνήσεις δεν πέφτουν μόνο από τα γεγονότα. Φθείρονται και από το θράσος με το οποίο επιμένουν να αρνούνται το νόημα των γεγονότων. Φθείρονται όταν νομίζουν ότι μπορούν επ’ αόριστον να κυβερνούν ως αθώες παρεξηγημένες υπάρξεις, ενώ κρατούν όλη την εξουσία στα χέρια τους. Φθείρονται όταν η κοινωνία καταλαβαίνει ότι δεν έχει απέναντί της μια κυβέρνηση που καθαρίζει τον οίκο της, αλλά μια αυλή που περιφρουρεί τον εαυτό της. Και τότε ο συμβολισμός γίνεται πολύ πιο ισχυρός από οποιαδήποτε μεμονωμένη υπόθεση: ο Καίσαρας δεν έμεινε χωρίς ρούχα επειδή τον αποκάλυψαν οι εχθροί του, αλλά επειδή επέμενε να περιφέρεται ως αθώος μέσα στην ίδια του την γύμνια.
