Μικρές Ιστορίες, Μεγάλων Τραγουδιών

Μοιράσου το
Αντιγράφηκε!

γράφει ο Δημήτρης Μπακαλιάνος

Καλησπέρα, καλησπέρα, καλησπέρα…. Με αφορμή το Μαύρο Μουσικό Κουτί, της Τρίτης, 24 Φεβρουαρίου, που για μια ακόμη αφορά ομιλούσε ελληνικά, θα μοιραστώ μαζί σας κάποιες «Μικρές Ιστορίες, Μεγάλων Τραγουδιών».

Γράμμα σε έναν Ποιητή (Νίκος Καββαδίας – Δημήτρης Ζερβουδάκης). Εδώ λοιπόν μιλάμε για ένα ποίημα του Νίκου Καββαδία. Το 1989 ο Δημήτρης Ζερβουδάκης διάλεξε ένα μέρος του ποιήματος, το μελοποίησε εκπληκτικά και με ελάχιστες διαφοροποιήσεις, το έκανε ένα από τα καλύτερα τραγούδια. Μία φήμη που κυκλοφορεί σχετικά με αυτό το ποίημα είναι ότι ο Καββαδίας το έγραψε για κάποιο νεαρό ποιητή ονόματι Καίσαρα, ο οποίος αυτοκτόνησε μια μέρα στο γραφείο του, ανάμεσα σε σωρούς από βιβλία και χαρτιά, έχοντας αφήσει ως τελευταίο του σημείωμα τη φράση: «Φαίνεται πια πως τίποτα – τίποτα δεν μας σώζει…». Μία άλλη φήμη λέει ότι ο Καββαδίας λέγοντας Γκρέτα εννοούσε την Γκρέτα Γκάρμπο, την πολύ σημαντική ηθοποιό και ο στίχος «Και μια βραδιά στην Μπούρμα ή στην Μπατάβια/στα μάτια μιας Ινδής που θα χορέψει/γυμνή στα 17 στιλέτα ανάμεσα/θα δείτε την Γκρέτα να επιστρέψει» είναι γραμμένος για εκείνη. Η πραγματικότητα όμως είναι κάπως διαφορετική. Ο τίτλος του ποιήματος είναι «Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ» και ο Καββαδίας το έγραψε πράγματι το 1932, για το νεαρό τότε ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ. Ο οποίος όμως ποτέ δεν αυτοκτόνησε.

Μόχα (Παύλος Παυλίδης) Το τραγούδι αυτό περιλαμβάνεται στο δίσκο «Αφού λοιπόν ξεχάστηκα εδώ πέρα». Ο δίσκος αυτός πέρα από όλα τα εκπληκτικά τραγούδια που περιείχε, είχε και το «Μόχα». Εξαιρετικό. Σε μία συνέντευξή το Μάιο του 2004, ο Παύλος Παυλίδης είχε πει: Είναι παράξενη ιστορία. Το κομμάτι αυτό γράφτηκε καθ’ οδόν, σ’ ένα ταξίδι στην άγονη γραμμή. Είχα γράψει το πρώτο κουπλέ και έτσι όπως καθόμουν στην καμπίνα, σκέφτηκα ότι ήταν η πρώτη φορά που μιλάω για έναν ήρωα, που θα ήθελα να έχει όνομα. Κι ενώ το ποίημα μιλάει για ένα φανταστικό πρόσωπο, το οποίο υποτίθεται ότι είναι ναύτης, ακριβώς μπροστά μου είχα ένα βιβλίο με τον τίτλο «Μόχα ο Τρελός, Μόχα ο Σοφός». Εγώ δεν ήξερα καν για ποιο πράγμα μιλάει αυτό το βιβλίο και συνέχισα, τέλος πάντων, με αυτή τη φράση τα στιχάκια που έγραφα και έφτασα και στο τέλος του κομματιού. Μετά άνοιξα το βιβλίο και διαπίστωσα ότι ο Μόχα ήταν ένας τύπος που είχε πεθάνει από τα βασανιστήρια σε μια φυλακή κάποιας αφρικάνικης χούντας, νομίζω στη Νιγηρία, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Φαντάζομαι ότι είναι το υποκοριστικό του Μοχάμετ. Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν, καταδικάστηκε επειδή κάθε φορά που είχε κάτι σημαντικό στο μυαλό του έβγαινε στο δρόμο και το φώναζε – εξ ου και ο τίτλος – παρατσούκλι του βιβλίου «Μόχα ο Τρελός, Μόχα ο Σοφός». «Έρχεται ο Μόχα ο τρελός πάλι χαμένος/κοιτάει τις άγκυρες και όλο φωνάζει “βίρα!”/Μέσ’ στο λιμάνι τριγυρνάνει μαγεμένος/Μόχα, η σκουριά η σκουριά και η αλμύρα… »

Ημερολόγιο (Χρήστος Θηβαίος) Δεν υπάρχουν λόγια για να μπορέσεις να πεις ακριβώς τι αισθάνεσαι ακούγοντας αυτό εδώ το τραγούδι. Όπως είχε πει κάποτε, κάποιος πολύ εύστοχα «είναι η εθνική μας μπαλάντα» και νομίζω πως δεν είχε καθόλου άδικο. Η ιστορία ετούτου εδώ του τραγουδιού χαρακτηρίζεται λίγο πολύ ως τραγική. Τ0 1996 λοιπόν, ο Χρήστος Θηβαίος συμμετείχε στο συγκρότημα «Συνήθεις Ύποπτοι». Επηρεασμένος απο μία προσωπική του εμπειρία έγραψε το «Ημερολόγιο». Ήταν καιρό ερωτευμένος με μία κοπέλα, πολύ νεότερή του, η οποία δεν τον ήθελε και δεν του έδινε καμία σημασία. Εκείνος την παρακαλούσε για πάρα πολύ μεγάλο διάστημα και έκανε ότι μπορούσε έτσι ώστε να είναι μαζί της. Κάποια μέρα λοιπόν, χτύπησε το τηλεφωνό του και ήταν εκείνη. Είχε συνηδητοποιησει πλέον, ότι αυτός ήταν ο άντρας της ζωής της και τον πήρε για να κλεισουν ένα ραντεβού για να βρεθούν. Δυστυχως το ίδιο βράδυ όμως, εκείνη πηγαίνοντας στο ραντεβού, σκοτώθηκε με το αυτοκινητό της! Μέσα απο ένα τραγικό συμβάν, γεννήθηκε ένα απο τα ωραιότερα τραγούδια στην ελληνική μουσική. «Και μπροστά απ’ τους κολασμένους/περνάω εγώ σαν μια σκιά/που σεργιανάει στον Άδη/τη δικιά σου μυρωδιά».

Προσέχω Δυστυχώς (Μάνος Ξυδούς) Το 2002 ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου φέρνει σε κυκλοφορία ένα νέο άλμπουμ με τίτλο «Προσέχω Δυστυχώς». Στο Νο 3 υπήρχε το ομώνυμο τραγούδι αυτού του νέου δίσκου. Οι στίχοι και η μουσική του συγκεκριμένου τραγουδιού ανήκαν στον αξέχαστο Μάνο Ξυδούς. Αυτό το κομμάτι λοιπόν, είναι εμπνευσμένο από την κόρη του Ξυδούς, την δεκαεφτάχρονη Νέλλη. Όπως είπε ο Παπακωνσταντίνου σε συνέντευξη του στο «Συν και Πλην», η μικρή (που βρισκόταν στο στούντιο) βαρέθηκε και θέλησε να φύγει. Ο πατέρας της, της είπε να προσέχει κι αυτή του απάντησε «Προσέχω δυστυχώς…» Αμέσως μετά, ο Μάνος το έκανε τραγούδι… «Προσέχω δυστυχώς/μα δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγω/Προσέχω δυστυχώς/κι έτσι πεθαίνω μαζί σου λίγο λίγο».

Φύσηξε ο Βαρδάρης (Νίκος Παπάζογλου) Όσα λόγια και να ψάξεις να βρεις για τον μεγάλο Νικόλα πάντα θα είναι ελάχιστα, για να μπορέσεις να παρουσιάσεις είτε τον ίδιο είτε τα τραγούδια του. Στο δίσκο «Μέσω Νεφών» που κυκλοφόρησε το 1986, υπήρχε και το υπέροχο «Φύσηξε ο Βαρδάρης». Ένα εκπληκτικό τραγούδι που απο πίσω του όμως, κρύβει μια τραγική ιστορία. Ο Νίκος Παπάζογλου όταν ήταν μικρός, τον πήγαινε η αδελφή του σχολείο. Ένα πρωινό στη στάση του λεωφορείου, κάτω από πολύ βροχή, ο οδηγός έχασε τον έλεγχο και σκότωσε την αδελφή του μπροστά στα μάτια, του μικρού τότε Νίκου. Αυτό το τραγούδι λοιπόν είναι αφιερωμένο στην αδελφή του. Είναι κάτι που πάντα ήθελε να γράψει και η αλήθεια είναι πως όταν το τραγουδούσε έκλαιγε πάντα…. «Πριν να σε χορτάσουνε τα μάτια μου/σε άρπαξε θαρρείς το λεωφορείο/κι έμεινα να κοιτώ καθώς χανόσουνα/κι έφτανε ως το κόκαλο το κρύο».

Η Ώρα του Stuff(Παύλος Σιδηρόπουλος) Όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος «Φλου» το 1978, του Παύλου Σιδηρόπουλου με τους Σπυριδούλα, συμμετείχε και μια γυναίκα που ερμήνευε την «Ώρα του stuff». Το όνομά της δεν αναφερόταν στο κάλυμμα του δίσκου. Στη Ριζούπολη στο στούντιο της Columbia, υπήρχαν δύο αίθουσες ηχογράφησης κλεισμένες με τζαμαρία. Στο τζάμι συνήθιζαν να κρεμούν πινακάκια όπου σημειωνόταν ποιος «γράφει» στην κάθε αίθουσα. Στη μία λοιπόν ήταν ο Παύλος και στην άλλη η Δήμητρα Γαλάνη. Κάποια στιγμή ο Παύλος γνωρίζοντας πως η Γαλάνη δουλεύει δίπλα, πλησίασε στη τζαμαρία για να την δει και της έκανε νόημα. Εκείνη πήγε κοντά του. «Δήμητρα, έλα να τραγουδήσεις κάτι» της πρότεινε. Φυσικά και δεν ήταν αρκετά εύκολο να το κάνεις, αφού οι εταιρείες δεν επέτρεπαν τότε τις συνεργασίες. Οι συνθήκες όμως τους διευκόλυναν: δύο τζαμαρίες τους χώριζαν. Η Γαλάνη πήγε και τραγούδησε στα κλεφτά. Η συμμετοχή της θα έμενε μεταξύ τους. «Κίτρινο το σούρουποη ώρα έξι και μισή/Πεσ μου κάτι μίλησε δεν αντέχω στη σιωπή/
Κλείσε το παράθυρο τρέμω και το σκέπασμα βαρύ/Τούτη η πόλη γίνηκε ανυπόφορη πληγή».

Φωτιά μου (Μίλτος Πασχαλίδης) Εκπληκτικό τραγούδι γραμμένο από τον Μίλτο το 1998. Την ιστορία του την εξιστορεί ο ίδιος με τον δικό του τρόπο: «Φλεβάρης του ’97, έπειτα από μια παράστασή μου στο «Τσάι στη Σαχάρα», ένας φίλος μου πετάει πειρακτικά: «Καλή η τέχνη, δεν λέω, πάμε τώρα να σου δείξω πως γλεντάει η νεολαία». Μισό-θυμωμένος, μισό-περίεργος αποδέχομαι την πρόκληση. Με οδηγεί σ’ ένα κλαμπ με εκκωφαντική μουσική, όπου διάφοροι ξελιγωμένοι παίρνουν μάτι τα κορίτσια που ανεβαίνουν στα τραπέζια και χορεύουν τα ποπ σκυλάδικα σουξέ της εποχής. Ο φίλος μου δείχνει να περνάει καλά και γω δεν καταλαβαίνω το γιατί. Ξαφνικά, από το πουθενά, ο dj βάζει το Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας. Το πλήθος ξενερώνει, τα κορίτσια κατεβαίνουν από τα τραπέζια εκτός απο ένα. Ένα κορίτσι με μακριά μαύρα μαλλιά χορεύει την Ευδοκία. Η άτιμη χορεύει λεβέντικα, αντρίκια, σπάνιο να δεις γυναίκα να χορεύει καλά ζεϊμπέκικο, έμεινα να τη χαζεύω… Γι’ αυτό το κορίτσι που δεν το γνωρίζω και που ποτέ δεν το ξαναείδα, έφτιαξα το ίδιο βράδυ τη «Φωτιά μου». Σπανίως αγαπώ τραγούδια μου. Ετούτο το αγαπώ σαν να το χει γράψει άλλος. Στην ηχογράφηση δεν μπορούσα να το τραγουδήσω. Είχα τόση αγωνία να βγει καλό, που όλο κάτι μου έφταιγε και δεν ήξερα τι. Βγαίνω σκασμένος απ’ το δωμάτιο της ηχογράφησης και πέφτω πάνω στον Γιάννη Πάριο, ο οποίος έγραφε στο διπλανό στούντιο. Μου κόπηκαν τα γόνατα. Λέω από μέσα μου: «μπράβο μεγάλε, όχι μόνο το είπες χάλια, αλλά σε άκουγε και ο Πάριος να το λες χάλια». Πρώτη φορά τον έβλεπα τον άνθρωπο και αμφιβάλλω αν θυμάται και ο ίδιος το περιστατικό. Μου λέει: «Ωραίο τραγούδι. Δικό σου είναι;» «Δικό μου. Αλλά δεν το λέω καλά». «Καλά το λες. Απλά άσε τις φιοριτούρες, πες το ίσια και θα σου βγει». Με χαιρέτησε ευγενικά, μου ευχήθηκε καλή επιτυχία κι έφυγε. Μπήκα το είπα «ίσια» και μου βγήκε». «Της φυλακής μου πόρτα εσύ και αντικλείδι/κι εγώ μικρό στολίδι στον άσπρο σου λαιμό/Θα πω ένα τραγούδι σήκω να το χορέψεις/Τα μάτια να μου κλέψεις για πάντα πριν χαθώ».

Το Παπάκι (Νικόλας Άσιμος) Το τραγούδι αυτό είναι ένα νανούρισμα, που έγραψε ο Άσιμος για να κοιμίζει την κόρη του, στο υπόγειο της Αραχώβης. Η Αλεξίου το έκανε πρόβα στο στούντιο. Ο ηχολήπτης ηχογραφούσε διακριτικά. Στη μέση της πρόβας, σηκώθηκε ο Άσιμος, άνοιξε μόνος του την πόρτα και μπήκε στο στούντιο. Περιφερόταν πίσω από την Χαρούλα. Άρχισε ξαφνικά να τραγουδά, ενώ βρισκόταν ακόμα πίσω της. Ο Άσιμος ήταν βουρκωμένος. Τραγουδούσε για πάρτη του, αυτό που άκουγε εκείνη τη στιγμή. Και η Χαρούλα ήταν συγκινημένη. Ούτε γύρισε να δει που βρισκόταν ο Νικόλας, τι έκανε. Είχε μπει κι εκείνη σ’ αυτό που συνέβαινε. Γιατί συνέβαινε κάτι ακαριαίο και μαγικό. «Και δε μου καίγεται καρφί/αν εσύ περνάς και δε μου ξαναμιλάς … Και ας μη σου καίγεται καρφί/Και ας συνήθισες και ας συνήθισες και εσύ».

Απόψε (Αλκίνοος Ιωαννίδης) Ο Αλκίνοος λέει: «Το τραγούδι μιλάει για τον υπέρτατο εξευτελισμό του ανθρώπου, τον έρωτα ή την ανάγκηνα συμβιώσεις, έστω προσωρινά, με κάποιον άνθρωπο. Είναι υπέρτατος εξευτελισμός αλλά και υπέρτατο δώρο συγχρόνως, είναι η στιγμή που καταλαβαίνεις ότι ο εαυτός σου δεν σου είναι αρκετός. Καταλαβαίνεις πόσο λίγος είσαι, όλα γύρω σου σταματούν να έχουν νόημα, φαίνονται μικρά, θνητά και άσχημα και αναγκάζεσαι να παραδεχτείς ότι η ελπίδα σου βρίσκεται στα χέρια ενός άλλου ανθρώπου. Έστω κι αν ξέρεις πολλές φορές ότι και πάλι μόνος θα καταλήξεις, ότι και πάλι θα επιθυμήσεις το να βρεθείς μόνος, ότι μετά από λίγο καιρό τις περισσότερες φορές, θα επιθυμούσες, θα προτιμούσες να ήσουν και πάλι μόνος». «Να ρθείς να με βρεις/γιατί δεν αντέχω ακόμα μιαν ώρα/χαρά δεν ζητώ και ούτε λύπη αντέχω/εσένα αν δεν έχω εδώ».

Φεύγω (Ορφέας Περίδης) Σε συνέντευξη του στα «Νέα», ο Ορφέας Περίδης εξηγεί πως έγραψε το τραγούδι «Φεύγω». «Το έγραψα ύστερα από ένα χωρισμό. Ήμουν γύρω στα 28 μου. Είχα μια σχέση που κράτησε λίγους μήνες, χρόνο αρκετό όμως για να με σημαδέψει. Η κοπέλα έφυγε στο εξωτερικό, ούτε που την ξαναείδα και ούτε έμαθε ότι το τραγούδι που ουσιαστικά σηματοδοτεί την αρχή της επαγγελματικής μου ζωής είναι γραμμένο για εκείνη».
«Ρίχνω στη νύχτα μια σπρωξιά/και φεύγω προς τη νέα φάση της ζωής μου» – Γράφοντας αυτόν το στίχο ήταν σαν να πιστοποιούσα ένα τέλος και να άνοιγα ένα νέο κύκλο ζωής»!

Το Κακόηθες Μελάνωμα ( Άλκης Αλκαίος – Θάνος Μικρούτσικος) Το «Κακόηθες Μελάνωμα» του Άλκη Αλκαίου, σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου, είναι γραμμένο για το Νίκο Πουλαντζά, μαρξιστή διανοούμενο και φιλόσοφο, που αυτοκτόνησε στο Παρίσι το 1979. Το τραγούδι περιγράφει εμφανέστατα όλη την κατάσταση με την οποία ερχόταν αντιμέτωπος ο Πουλαντζάς από τους ομοεθνείς του, στις διαλέξεις του στην Ελλάδα, ειδικά όταν εξέφραζε μεγαλοστομίες για την εποχή της Μεταπολίτευσης , ότι «με το ρυθμό και τον τρόπο που οργανώνεται η Παιδεία στην Ελλάδα, ο κόσμος κάποια στιγμή θα στραφεί στην ιδιωτική εκπαίδευση» (προφητικά λόγια εκ των υστέρων). «Τη σκοτεινή σου μελετάμε πείνα/καχύποπτοι, ανύποπτοι και ύποπτοι… οι φίλοι σ’ επισκέπτονται με δόσεις/παράφοροι, ανυπόφοροι κι αδιάφοροι… μέχρι ν’ αρχίσεις, μέχρι να τελειώσεις/το πρόσωπο τους αποστρέψαν άφωνοι/οι φίλοι και γελούν στις συγκεντρώσεις/μεγάφωνοι, μικρόφωνοι, παράφωνοι».

Αυτά προς το παρόν. Στην αρχισυνταξία ο Stanley… Γειά χαρά!

Similar Posts