Ευρωπαϊκή πυρηνική ομπρέλα: Ρεαλισμός ή ρίσκο;
γράφει ο Δημήτρης Γκουλιώνης
Η φετινή Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου κατέδειξε ότι οι διατλαντικές σχέσεις μπαίνουν σε νέα φάση και οι ΗΠΑ παύουν να είναι πλέον ο εγγυητής της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Αναγνωρίζοντας η Ουάσιγκτον τις πεπερασμένες πλέον δυνατοτητές της στο οικονομικό κυρίως επίπεδο, θέτει διλήμματα ασφαλείας στην Ευρώπη και την αναγκάζει να δαπανήσει περισσότερα κεφάλαια για την άμυνά της αλλά και να διακόψει τις όποιες οικονομικές συναλλαγές με τους γεωοικονομικούς αντιπάλους των ΗΠΑ όπως η Κίνα για παράδειγμα.
Η είδηση που πέρασε στα «ψιλά» είναι ότι στο περιθώριο της Δίασκεψης η Γερμανία ανέλαβε την πρωτοβουλία να συζητήσει με την Γαλλία και την Αγγλία τη δυνατότητα η Ευρώπη να αναπτύξει αυτόνομη πυρηνική αποτροπή. Διακυρηγμένος στόχος είναι η γηραιά ήπειρος να πάψει να επαφίεται στην πυρηνική ομπρέλα των ΗΠΑ.
Ο γερμανός Καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς, ήταν κατηγορηματικός «Δεν θέλω η Γερμανία να σκεφτεί την απόκτηση δικού της, ανεξάρτητου πυρηνικού οπλοστασίου», υπενθυμίζοντας τις διεθνείς δεσμεύσεις του Βερολίνου. Ειδική αναφορά έκανε στη συμφωνία «2+4» του 1990, η οποία άνοιξε τον δρόμο για την επανένωση της Γερμανίας, καθώς και στη Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων (NPT), με βάση τις οποίες η χώρα έχει δεσμευθεί να μην αναπτύξει πυρηνικά όπλα. Και ο γάλλος πρόεδρος, Εμάνουελ Μακρόν, τόνισε ότι η Ευρώπη πρέπει να αναπτύξει μια αυτόνομη αμυντική πολιτική με κορωνίδα την δημιουργία αυτόνομης ευρωπαϊκής πυρηνικής αποτροπής.
Εδώ όμως προκύπτουν ζητήματα όσον αφορά την επάρκεια του γαλλικού πυρηνικού οπλοστασίου ακόμα και αν προστεθούν τα βρετανικά πυρηνικά όπλα, παρόλο που η Βρετανία λόγω Brexit θεωρείται αμφίβολο εάν θα συμετάσχει σε αυτό το εγχείρημα.
Κατά κύριο λόγο η πυρηνική αποτροπή της Γαλλίας στηρίζεται στα υποβρύχια της και σε μερικές δεκάδες όπλα που φέρονται από αεροσκάφη. Δύσκολα λοιπόν με αυτούς τους αριθμούς θα μπορέσει η Ευρώπη να τεθεί αντιμέτωπη με τον «ρωσικό κίνδυνο» . Και τη βάζουμε σε εισαγωγικά τη φράση γιατί αυτό τον κίνδυνο δεν φαίνεται να τον συνερίζονται οι ευρωπαίοι πολίτες.
Σύμφωνα με έρευνα* που έγινε από τις τέσσερις μεγαλύτερες χώρες της Ευρώπης και στις ΗΠΑ και παρουσιάστηκε στην Διάσκεψη, οι πολίτες ιεραρχούν υψηλότερα άλλες απειλές από αυτή της ρωσικής απειλής. Κορυφαίος κίνδυνος αναδεικνύονται οι κυβερνοεπιθέσεις ένω εκτοξεύεται η ανησυχία για την οικονομική κρίση και απουσιάζει εντελώς η Κίνα ως κίνδυνος με τη Ρωσιά ως απειλή να υποχωρεί σημαντικά. Με λίγα λόγια οι Ευρωπαίοι πολίτες δεν συντάσσονται με τις πολιτικίες ελίτ και θέτουν ως προτεραιότητά τους την οικονομική τους ασφάλεια.
Οφείλουμε όμως να επισημάνουμε ότι η ιδέα της ευρωπαϊκής πυρηνικής αποτροπής ναι μεν είχε διατυπωθεί από τον Μακρόν το 2020 αλλά αυτό που είχε προκαλέσει μεγάλη εντύπωση είναι πρόταση του Γιόσκα Φίσερ στα τέλη του 2023. Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών και ηγετική μορφή των Πρασίνων, τάχθηκε υπέρ της δημιουργίας μια ευρωπαϊκής πυρηνικής ομπρέλας, υποστηρίζοντας ότι η Ευρώπη πρέπει να εξοπλιστεί με πυρηνικά όπλα, διαφοροποιούμενος από τις αρχικές αντιπυρηνικές θέσεις του κόμματός του. Με λίγα λόγια η Γερμανία φλερτάρει ανοιχτά με το ενδεχόμενο απόκτησης πυρηνικών όπλων, πριν ακόμα εκλεγεί ο Τραμπ και φέρει τα πάνω κάτω στις διατλαντικές σχέσεις.
Και δεν μπορεί να μην ανατριχιάζει κάποιος με την σκέψη Μερτς ακόμα και αν ισχυρίζεται ότι η χώρα του δεν θα αποκτήσει πυρηνικά. Φαίνεται ότι βαθιά στο ιστορικό υποσυνείδητο της Γερμανίας οι λογαριασμοί με τη Ρωσία δεν έχουν κλείσει. Οι άριστες σχέσεις που είχε οικοδομήσει η Ανγκέλα Μέρκελ με τη Μόσχα, επέτρεψαν στις γερμανικές βιομηχανίες να προμηθευτούν άφθονο και φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο με αποτέλεσμα η Γερμανία να είναι ο απόλυτος ηγεμόνας της ευρωπαϊκής ηπείρου. Ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος όμως άλλαξε τα δεδομένα και η διακοπή παροχής ρωσικού φυσικού αερίου-ύστερα από απαίτηση των ΗΠΑ- πλήγωσε βαθιά την γερμανική οικονομία.
Η επίκληση της απειλής από τη Ρωσία είναι το τέλειο άλλοθι για το Βερολίνο. Με την εκλογή του ο Μερτς το 2025 ανακοίνωσε ένα γιγαντιαίο αμυντικό πρόγραμμα 500 δισ. ευρώ με στόχο τον επανεξοπλισμό των γερμανικών Ενόπλων Δυνάμεων. Το ταμπού του στρατιωτικού περιορισμού που χαρακτήρισε τη μεταπολεμική της πορεία διαβρώνεται σταδιακά. Η συζήτηση περί πυρηνικής ομπρέλας ίσως να μην αφορά άμεσα γερμανική βόμβα, αλλά σίγουρα αφορά τη γερμανική στρατηγική χειραφέτηση.
Και δεν μπορεί να μην ανατριχιάζει κανείς στη σκέψη μιας Ευρώπης που επιστρέφει στη λογική της πυρηνικής ισορροπίας ισχύος. Ακόμη κι αν η Γερμανία δηλώνει ότι δεν θα αποκτήσει δικό της οπλοστάσιο, το γεγονός ότι ανοίγει επισήμως η συζήτηση για ευρωπαϊκή πυρηνική αποτροπή σηματοδοτεί ρήξη με τη μεταπολεμική της αυτοσυγκράτηση.
Η Ιστορία έχει δείξει ότι όταν οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις επανεξοπλίζονται ταυτόχρονα, οι εξελίξεις σπάνια μένουν εντός των αρχικών προθέσεων. Οι ισορροπίες ισχύος μεταβάλλονται, οι καχυποψίες εντείνονται και οι στρατηγικές γραμμές σκληραίνουν.
Η Ευρώπη μοιάζει να εισέρχεται σε μια περίοδο όπου τα παλιά ταμπού υποχωρούν και οι βεβαιότητες διαλύονται. Και όταν η ήπειρος που γέννησε δύο παγκόσμιους πολέμους επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για πυρηνική αποτροπή, το ερώτημα δεν μπορεί παρά να είναι υπαρξιακό.
Πόσες ακόμη ιστορικές δοκιμασίες αντέχει;
* (https://securityconference.org/assets/02_Dokumente/01_Publikationen/2026/MSR2026/Under_Destruction%E2%80%93Munich_Security_Report_2026.pdf)
