Η Τουρκία στη Μέση Ανατολή και οι προκλήσεις για την Ελλάδα
γράφει ο Δημήτρης Γκουλιώνης
Δεν φαίνεται να πατάει και πολύ σταθερά η Τουρκία στη Μέση Ανατολή, παρά τις διαρκείς προσπάθειές της να αναδειχθεί σε περιφερειακή δύναμη μέσα από πρωτοβουλίες και ρητορική περί ειρήνευσης. Η φιλοδοξία της Άγκυρας να αποκτήσει ηγετικό ρόλο στον μουσουλμανικό κόσμο δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Ο νεο-οθωμανικός προσανατολισμός, στον οποίο έχει επενδύσει πολιτικά ο Ταγίπ Ερντογάν, δεν κατόρθωσε να προσδώσει στην Τουρκία το στρατηγικό βάθος που επιδίωκε. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Χώρες όπως η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία δύσκολα θα αποδέχονταν την ανάδειξη της Άγκυρας σε ηγεμονική δύναμη, σε έναν χώρο όπου οι ίδιες θεωρούν εαυτές θεματοφύλακες του ισλαμικού κόσμου.
Ο νεο-οθωμανισμός λειτούργησε περισσότερο ως ένας εσωτερικός ιδεολογικός συμβιβασμός ανάμεσα σε ισλαμιστικά και κεμαλικά στοιχεία, με κοινό παρονομαστή την ενίσχυση της γεωπολιτικής επιρροής της Τουρκίας. Για ένα διάστημα, η στρατηγική αυτή δεν προκάλεσε ιδιαίτερη αντίδραση από τη Δύση, ούτε και από το Ισραήλ, με το οποίο η Άγκυρα διατηρούσε στενές σχέσεις.
Η επίθεση της Χαμάς τον Οκτώβριο του 2023 αποτέλεσε σημείο καμπής. Η Τουρκία επιχείρησε να αναλάβει ρόλο υπερασπιστή της παλαιστινιακής υπόθεσης, υιοθετώντας μια σκληρή ρητορική κατά του Ισραήλ. Ωστόσο, η στάση αυτή δεν βρήκε την αναμενόμενη ανταπόκριση στον μουσουλμανικό κόσμο. Αντιθέτως, πολλές αραβικές χώρες κινήθηκαν με γνώμονα τα δικά τους συμφέροντα, αποφεύγοντας την πλήρη ρήξη με το Ισραήλ και διατηρώντας ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας.
Οι εξελίξεις που ακολούθησαν, με την εμπλοκή του Ιράν και τη γενικότερη αποσταθεροποίηση της περιοχής, δημιούργησαν ένα ιδιαίτερα σύνθετο περιβάλλον. Ένα περιβάλλον στο οποίο η Τουρκία δεν κατάφερε να διαδραματίσει τον ρόλο που επιδίωκε. Παρά τις επιμέρους συγκλίσεις με το Ιράν, οι δύο χώρες έχουν αντικρουόμενα συμφέροντα και διαφορετικές στρατηγικές προσεγγίσεις, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα ουσιαστικής σύμπλευσης.
Σήμερα, το γεωπολιτικό παιχνίδι στη Μέση Ανατολή καθορίζεται κυρίως από μεγάλους και ισχυρούς δρώντες. Η Τουρκία παραμένει σημαντικός παράγοντας, αλλά δεν φαίνεται να μπορεί να επιβάλει τις εξελίξεις ή να λειτουργήσει ως κεντρικός ρυθμιστής τους. Η οικονομική της πίεση και τα όρια της στρατιωτικής της ισχύος σε σχέση με υπερδυνάμεις, την υποχρεώνουν σε πιο προσεκτικούς χειρισμούς.
Παρόλα αυτά, η Άγκυρα δεν παύει να είναι ένας υπολογίσιμος και συχνά απρόβλεπτος παίκτης. Οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, οι ενεργειακές ισορροπίες και οι νέες στρατηγικές συνεργασίες έχουν εντείνει τη νευρικότητά της. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν μπορεί να αποκλειστεί η επιλογή κινήσεων έντασης χαμηλής ή μεσαίας έντασης, με στόχο τη δημιουργία τετελεσμένων.
Ενδεικτική είναι η πρόσφατη κατάσταση στην Πράσινη Γραμμή της Κύπρου, στην περιοχή της Πύλας, όπου καταγράφηκε αυξημένη κινητικότητα της τουρκικής πλευράς, παρουσία δυνάμεων και κινήσεις που ερμηνεύονται ως προσπάθεια αμφισβήτησης του υφιστάμενου καθεστώτος στη νεκρή ζώνη. Ανεξαρτήτως της ακριβούς έκτασης των γεγονότων, το μήνυμα είναι σαφές: η Τουρκία επιδιώκει να δοκιμάσει τα όρια και τις αντιδράσεις.
Σε αυτό το περιβάλλον ρευστότητας, η Ελλάδα καλείται να διαδραματίσει έναν ιδιαίτερα απαιτητικό ρόλο. Οι ενεργειακές συμφωνίες των τελευταίων ετών, με τη συμμετοχή μεγάλων διεθνών ενεργειακών ομίλων, ενισχύουν τη γεωπολιτική της σημασία στην Ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα, η αναβάθμιση των Ενόπλων Δυνάμεων μέσω σημαντικών εξοπλιστικών προγραμμάτων ενισχύει την αποτρεπτική της ισχύ.
Η Αθήνα, ωστόσο, βρίσκεται μπροστά σε μια λεπτή ισορροπία. Από τη μία πλευρά, οι στρατηγικές της σχέσεις με το Ισραήλ αποτελούν κρίσιμο πυλώνα ασφάλειας και συνεργασίας. Από την άλλη, η Ελλάδα οφείλει να διατηρεί τη σταθερή της προσήλωση στο διεθνές δίκαιο και στις αρχές που διαχρονικά επικαλείται.
Ο ρόλος της ως παράγοντας σταθερότητας δεν είναι δεδομένος· είναι αποτέλεσμα συνεχών και προσεκτικών επιλογών. Σε μια περιοχή που αλλάζει με ταχύτητα και συχνά απρόβλεπτα, η ικανότητα διατήρησης ισορροπιών ίσως αποδειχθεί το σημαντικότερο στρατηγικό της πλεονέκτημα.
