Από το Βιετνάμ στον Περσικό: τα όρια της αμερικανικής ισχύος

Μοιράσου το
Αντιγράφηκε!

γράφει ο Δημήτρης Γκουλιώνης

Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να δώσει παράταση δέκα ημερών στο Ιράν για τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι απλώς μια τακτική κίνηση. Είναι ένδειξη στρατηγικής αμφισημίας σε μια σύγκρουση που ήδη αποκτά χαρακτηριστικά παρατεταμένου πολέμου.

Το αφήγημα μιας γρήγορης και ελεγχόμενης αμερικανικής επέμβασης στη Μέση Ανατολή αρχίζει να δείχνει ρωγμές. Και όσο η Ουάσινγκτον δεν ξεκαθαρίζει ούτε τους πολιτικούς της στόχους ούτε τα όρια της εμπλοκής της, τόσο ενισχύεται ο κίνδυνος να επαναληφθούν γνώριμα ιστορικά μοτίβα.

Οι αναλογίες με τον πόλεμο του Βιετνάμ δεν είναι ποτέ μηχανικές. Ωστόσο, σε αυτή την περίπτωση, είναι δύσκολο να αγνοηθούν.

Η τραυματική εμπειρία της Αμερικής στην Ινδοκίνα οδήγησε σε τρία κρίσιμα συμπεράσματα:

Πρώτον, η εμπλοκή σε πόλεμο απαιτεί από τις ΗΠΑ να έχουν σχηματίσει μια καθαρή εικόνα της φύσης της απειλής που θα αντιμετωπίσουν, έχοντας προσδιορίσει ακριβώς τους αντικειμενικούς σκοπούς που ρεαλιστικά μπορούν να επιδιώξουν. Οφείλουν, δηλαδή, να έχουν καταστρώσει μια σαφή στρατηγική με στόχο την αποτύπωση της επιτυχούς πολιτικής έκβασης.

Δεύτερον, δεν υπάρχει άλλη λύση για την Αμερική εκτός από τη νίκη. Όταν αναλαμβάνει τη δέσμευση στρατιωτικής δράσης, δεν χωρούν δισταγμοί. Συνεπώς, πριν από οποιαδήποτε απόφαση για πόλεμο, είναι απαραίτητη η διεξοδική ανάλυση των πολιτικών στόχων και της στρατηγικής που θα ακολουθηθεί για την επίτευξή τους. Οποιοσδήποτε φόβος κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων μπορεί να προκαλέσει στασιμότητα, ικανή να εξαντλήσει την αντοχή και τη θέληση του αμερικανικού λαού.

Τρίτον, απαιτείται εσωτερική κοινωνική και πολιτική συνοχή για να μπορέσει μια φιλελεύθερη δημοκρατία να εφαρμόσει σοβαρή εξωτερική πολιτική. Στην περίοδο του Βιετνάμ, ο Νίξον πίστευε ότι η προστασία του εθνικού συμφέροντος είναι προνόμιο και καθήκον του προέδρου, ακόμη και αν αυτό συγκρουόταν με την αντιπολίτευση και τους αντιφρονούντες στο εσωτερικό της χώρας. Ωστόσο, δοκίμασε τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας, καθώς το Κογκρέσο του έθετε συνεχώς εμπόδια για τη συνέχιση του πολέμου, προκρίνοντας τη λύση της αποχώρησης από την Ινδοκίνα.

Σε αυτή την παγίδα φαίνεται να έχει πέσει, πενήντα χρόνια μετά, και ο Ντόναλντ Τραμπ. Χωρίς σαφή πολεμική στρατηγική και, κυρίως, χωρίς ξεκάθαρους πολιτικούς στόχους όσον αφορά το μέλλον του Ιράν, ο Αμερικανός Πρόεδρος δείχνει να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη διαίσθησή του. Στο εμβληματικό του βιβλίο «Διπλωματία», ο Κίσσιγκερ επισημαίνει ότι «ο πολιτικός πρέπει να είναι λιγότερο σίγουρος στις εκτιμήσεις του, ώστε να αφήνει περιθώρια για το απροσδόκητο» και προειδοποιεί ότι η προσδοκία κατάρρευσης ενός αντιπάλου μετατρέπει τη χάραξη πολιτικής σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι, βασισμένο περισσότερο στη διαίσθηση παρά στον σχεδιασμό.

Με δεδομένη τη χαμηλή αποδοχή του πολέμου στη Μέση Ανατολή από τους οπαδούς του MAGA —την κύρια εκλογική δεξαμενή του Τραμπ— και τις προεκλογικές του δεσμεύσεις για αποφυγή νέων πολέμων, οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου για το Κογκρέσο αναμένεται να διεξαχθούν σε κλίμα έντονης πόλωσης. Ήδη, οι δημοσκοπήσεις προδιαγράφουν ένα αβέβαιο πολιτικό τοπίο.

Εάν, μάλιστα, ο πόλεμος παραταθεί για μήνες, όπως εκτιμούν αρκετοί αναλυτές, οι επιπτώσεις θα είναι πολυεπίπεδες. Η παγκόσμια οικονομία ενδέχεται να εισέλθει σε φάση ύφεσης, ενώ στο εσωτερικό των ΗΠΑ η κοινωνική και πολιτική ένταση θα ενταθεί, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μείγμα, ανάλογο με εκείνο της δεκαετίας του 1960 και των αρχών του 1970. Τότε, οι μαζικές διαδηλώσεις κατά του πολέμου υπονόμευσαν το ηθικό πλεονέκτημα της αμερικανικής κυβέρνησης.

Οι ΗΠΑ εξήλθαν από τον πόλεμο στην Ινδοκίνα βαριά τραυματισμένες. Το διεθνές τους κύρος είχε πληγεί και η κοινωνία τους ήταν βαθιά διχασμένη, προσπαθώντας να επουλώσει τις πληγές μιας σύγκρουσης που στοίχισε τη ζωή σε δεκάδες χιλιάδες Αμερικανούς στρατιώτες.

Σήμερα, όμως, το διεθνές περιβάλλον είναι διαφορετικό. Η άνοδος της Κίνας, η μετατόπιση της οικονομικής ισχύος προς την Ασία και οι δημοσιονομικές πιέσεις περιορίζουν σημαντικά τα περιθώρια αμερικανικής υπερεπέκτασης. Η ενεργειακή αστάθεια που προκαλεί η σύγκρουση επιβαρύνει περαιτέρω την κατάσταση, καθιστώντας το κόστος μιας παρατεταμένης εμπλοκής ακόμη πιο βαρύ.

Αν ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή εξελιχθεί σε μια μακρά και ασαφή σύγκρουση φθοράς, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα βρεθούν αντιμέτωπες μόνο με εξωτερικές προκλήσεις, αλλά και με τα όρια της ίδιας τους της ισχύος. Σε έναν κόσμο όπου οι νέες γεωπολιτικές ισορροπίες αναδιαμορφώνονται, η επανάληψη στρατηγικών υπερεπέκτασης δεν είναι απλώς επικίνδυνη, είναι και ξεπερασμένη.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι ΗΠΑ μπορούν να κερδίσουν έναν ακόμη πόλεμο. Είναι αν γνωρίζουν τι ακριβώς σημαίνει «νίκη» στη σημερινή γεωπολιτική πραγματικότητα και αν είναι διατεθειμένες να πληρώσουν το τίμημα για αυτήν.

Similar Posts