|

Τι κρύβεται πίσω από την αμερικανο-σαουδαραβική πυρηνική συμφωνία

Μοιράσου το
Αντιγράφηκε!

γράφει ο Δημήτρης Γκουλιώνης

Η κυβέρνηση Trump ετοιμάζεται να καταθέσει στο Κογκρέσο μια ευρεία συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας με τη Σαουδική Αραβία, γνωστή ως «Συμφωνία 123», η οποία θα ανοίξει τον δρόμο για αμερικανική συμμετοχή στην ανάπτυξη μιας σαουδαραβικής πολιτικής πυρηνικής βιομηχανίας αξίας πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων. Το κείμενο αναμένεται να υπογραφεί σύντομα από τον υπουργό Ενέργειας Chris Wright και τον Σαουδάραβα ομόλογό του Abdulaziz bin Salman. Στην πρώτη ματιά, μοιάζει με ακόμη μια εμπορική συμφωνία ενέργειας. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για μια σιωπηρή αλλαγή στη φιλοσοφία της αμερικανικής πολιτικής μη διάδοσης πυρηνικών όπλων  και τα ίχνη της οδηγούν κατευθείαν στην Τεχεράνη.

  Το πρόβλημα δεν είναι η ίδια η συνεργασία, αλλά αυτό που λείπει από αυτήν. Η συμφωνία δεν περιλαμβάνει το λεγόμενο «Gold Standard», τη ρητή δηλαδή δέσμευση της Σαουδικής Αραβίας να μην προχωρήσει σε εμπλουτισμό ουρανίου ή επανεπεξεργασία πυρηνικού καυσίμου. Απουσιάζει επίσης το Πρόσθετο Πρωτόκολλο του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, που θα επέτρεπε αιφνιδιαστικές επιθεωρήσεις ακόμη και σε μη δηλωμένες εγκαταστάσεις. Πρόκειται για ακριβώς τις δύο δικλίδες που το 2009 είχαν καταστήσει τη συμφωνία ΗΠΑ-Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων το «χρυσό πρότυπο» της αμερικανικής πολιτικής. Δεκαεπτά χρόνια μετά, η Ουάσιγκτον φαίνεται πρόθυμη να το εγκαταλείψει για έναν πολύ πιο ασταθή συνομιλητή.

  Και εδώ βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης. Ο πρίγκιπας διάδοχος Mohammed bin Salman έχει δηλώσει ανοιχτά ότι αν το Ιράν αποκτήσει πυρηνικό όπλο, το Ριάντ θα ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. Η δήλωση αυτή δεν είναι διπλωματική φιοριτούρα, είναι προειδοποίηση. Η σαουδαραβική επιθυμία για πυρηνικές ικανότητες γεννιέται ως αντίδραση στο ιρανικό πρόγραμμα. Το ότι την ίδια μέρα που δημοσιεύεται η είδηση για τη σαουδαραβική συμφωνία, κυκλοφορεί παράλληλα ρεπορτάζ για αμερικανο-ιρανικές διαπραγματεύσεις «με το όπλο στο τραπέζι», δεν είναι απαραίτητα σύμπτωση. Δείχνει ότι η Ουάσιγκτον διαχειρίζεται και τα δύο μέτωπα ταυτόχρονα και ίσως τα βλέπει ως συγκοινωνούντα δοχεία.

  Οι ΗΠΑ δεν χαλαρώνουν τις δικλίδες ασφαλείας απέναντι στη Σαουδική Αραβία επειδή εμπιστεύονται περισσότερο το Ριάντ σήμερα απ’ όσο εμπίστευαν το Άμπου Ντάμπι το 2009. Τις χαλαρώνουν επειδή προετοιμάζουν το έδαφος για ένα ενδεχόμενο στο οποίο το ιρανικό πρόγραμμα δεν θα ανακοπεί πλήρως και σε αυτό το σενάριο, μια σαουδαραβική πυρηνική ικανότητα, έστω και πολιτικής χρήσης, λειτουργεί ως προκαθορισμένο αντίβαρο και ταυτόχρονα ως αμερικανικό εργαλείο επιρροής πάνω στο ίδιο το Ριάντ. Με άλλα λόγια, αν δεν μπορείς να εμποδίσεις μια περιφερειακή πυρηνική κούρσα, καλύτερα να είσαι εσύ αυτός που την αδειοδοτεί, την επιβλέπει και κερδίζει τα συμβόλαιά της.

  Αυτή η ερμηνεία θα έλεγε κανείς δεν αποδεικνύεται ρητά από τις μέχρι στιγμής πληροφορίες, είναι συναγωγή, όχι επιβεβαιωμένο γεγονός. Θα μπορούσε κάλλιστα να ισχύει και το αντίστροφο: ότι η ενίσχυση της σαουδαραβικής πυρηνικής προοπτικής χρησιμοποιείται ακριβώς ως μοχλός πίεσης πάνω στην Τεχεράνη, ώστε να αποδεχθεί αυστηρότερους όρους, φοβούμενη περιφερειακό ανταγωνισμό. Και η ίδια η κυβέρνηση Trump παρουσιάζει τη συμφωνία κυρίως ως οικονομική ευκαιρία —δισεκατομμύρια για την αμερικανική πυρηνική βιομηχανία, με τη Westinghouse στην πρώτη γραμμή— παρά ως στρατηγική υποχώρηση.

  Ό,τι κι αν ισχύει τελικά, ένα πράγμα είναι βέβαιο: η απόφαση να δοθεί στη Σαουδική Αραβία μεταχείριση διαφορετική και πιο επιεικής από αυτή των Εμιράτων στέλνει μήνυμα πολύ πέρα από το Ριάντ. Λέει στην Τεχεράνη, στην Άγκυρα και σε κάθε άλλη περιφερειακή δύναμη με πυρηνικές φιλοδοξίες ότι το αμερικανικό καθεστώς μη διάδοσης είναι πλέον διαπραγματεύσιμο, ανάλογα με το πόσο μεγάλο είναι το οικονομικό ή γεωπολιτικό αντάλλαγμα. Και αυτό, όσο κι αν η κάθε επιμέρους συμφωνία μοιάζει λογική στο πλαίσιό της, είναι μακροπρόθεσμα το πιο επικίνδυνο προηγούμενο απ’ όλα.

Similar Posts