| |

Η ασυμμετρία της ευθύνης.

Μοιράσου το
Αντιγράφηκε!

Αθόρυβες επέτειοι, θορυβώδεις συνέχειες

γράφει ο Κωνσταντίνος Καραγιάννης

Κάθε χρόνο, στα τέλη Απριλίου, δύο επέτειοι περνούν σχεδόν αθόρυβα. Στις 24 Απριλίου 2004, οι Κύπριοι απέρριψαν με 76% το Σχέδιο Ανάν. Στις 23 Απριλίου 2010, ο Γιώργος Παπανδρέου ανακοίνωσε από το Καστελόριζο την προσφυγή της Ελλάδας στον μηχανισμό στήριξης. Φέτος, αυτές τις ίδιες συμβολικές ημέρες, στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, η Ευρωπαία Εισαγγελέας Λάουρα Κοβέσι επανέλαβε τον χαρακτηρισμό της για τον ΟΠΕΚΕΠΕ ως «ακρωνύμιο διαφθοράς, νεποτισμού και πελατειακών σχέσεων». Και η αντίδραση ενός μέρους του πολιτικού συστήματος ήταν γνώριμη: όχι η συζήτηση πάνω στην ουσία, αλλά η επίθεση σε εκείνη που τόλμησε να την πει.

Τρία γεγονότα, τρεις δεκαετίες. Αν τα κοιτάξει κανείς προσεκτικά, δεν τα ενώνει η σύμπτωση των ημερομηνιών. Τα ενώνει κάτι βαθύτερο και πιο ανήσυχο: ο τρόπος με τον οποίο η πολιτική εξουσία αντιμετωπίζει τα αδιέξοδα που κατασκευάζει η ιστορία, ανάλογα με το ποιος πρόκειται να τα πληρώσει.

Το δίλημμα που απείλησε την Κύπρο

Το 2004, ο Τάσσος Παπαδόπουλος αντιμετώπισε ένα τελεσίγραφο με σαφές πρόσωπο. Το Σχέδιο Ανάν παρουσιαζόταν ως ευκαιρία, αλλά λειτουργούσε ως εκβιασμός. Γύρω του είχε στηθεί ένα κίνημα φόβου: η απόρριψη, έλεγαν, θα σήμαινε διεθνή απομόνωση, πολιτική χρεοκοπία, εγκλωβισμό στον εθνικισμό και την εσωστρέφεια. Οι πιέσεις από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και την άλλη πλευρά του Ατλαντικού ήταν τρομακτικές.

Ο Παπαδόπουλος όμως δεν αντιμετώπισε το σχέδιο ως κείμενο που έπρεπε απλώς να υπογραφεί. Το αντιμετώπισε ως ευθύνη προς την πατρίδα του που έπρεπε να κριθεί. Αναζήτησε να βρεί την «εισβολή» και την «κατοχή» — τις λέξεις κλειδιά δηλαδή που θα έδειχναν ότι το σχέδιο αναγνώριζε πώς φτάσαμε ως εκεί. Δεν τις βρήκε. Ούτε εκείνος ούτε οι επιστήμονες όπως ο Νίκος Λυγερός και ο εξονυχιστικός έλεγχος χιλιάδων σελίδων σε μικρό χρόνο. Το σχέδιο διαχειριζόταν τη διχοτόμηση της μαρτυρικής Μεγαλονήσου χωρίς να εξηγεί ποιος την προκάλεσε. Ήθελε να υποβαθμίσει ένα διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος σε περιφέρεια ισχυρότερων, να το αποψιλώσει από την κυριαρχία του.

Τότε είπε τη φράση που έμεινε: «Έλαβα κράτος διεθνώς αναγνωρισμένο και δεν θα παραδώσω κοινότητα». Και ο λαός του τον ακολούθησε. Το 76% είπε «Όχι», απέναντι σε ένα εντυπωσιακά οργανωμένο κίνημα πειθούς και εκφοβισμού.

Η απομόνωση που προανήγγειλαν οι διεθνείς εγγυητές και οι υπέρμαχοι του «Ναι» δεν ήρθε ποτέ. Λίγες μέρες μετά το «Όχι», η Κυπριακή Δημοκρατία εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως πλήρες μέλος. Διχοτομημένη, τραυματισμένη, αλλά κυρίαρχη. Δυνατή στο μήνυμα της ότι η λύση είναι μόνο η ένωση. Και σήμερα, δύο δεκαετίες αργότερα, η Κύπρος βρίσκεται στο φλέγον σημείο της Ανατολικής Μεσογείου, με ενεργειακό και γεωπολιτικό ρόλο που δύσκολα θα είχε αν είχε παραδώσει την κρατική της υπόσταση για να αγοράσει πρόσκαιρη ησυχία.

Εδώ βρίσκεται η ουσία. Ο Παπαδόπουλος δεν αρνήθηκε απλώς ένα τελεσίγραφο. Αρνήθηκε μια ρύθμιση που θα τον προστάτευε προσωρινά από τη διεθνή πίεση, αλλά θα φόρτωνε στην Κύπρο μια μόνιμη θεσμική απώλεια, δικαιώνοντας τον πάντα εν αδίκω ευρισκόμενο εισβολέα. Αν έλεγε «Ναι», πιθανόν θα χειροκροτούνταν από το εξωτερικό. Αν έλεγε «Όχι», θα πλήρωνε ο ίδιος πολιτικά το κόστος της αντίστασης. Διάλεξε το δεύτερο. Γιατί κατάλαβε ότι αυτή η συμφωνία, αν σφράγιζε, δεν θα σφράγιζε πάνω στην καριέρα του. Θα σφράγιζε πάνω στην ίδια την υπόσταση του τόπου.

Η συνθήκη που πλήρωσε ο λαός

Το 2010, ο Γιώργος Παπανδρέου αντιμετώπισε ένα αδιέξοδο διαφορετικής κατασκευής. Οι αγορές είχαν κλείσει, τα επιτόκια ήταν απαγορευτικά, η χώρα αδυνατούσε να χρηματοδοτηθεί. Η πίεση ήταν πραγματική. Η απουσία χρόνου ήταν αδήριτη. Δεν χρειάζεται να την αρνηθεί κανείς για να δει το πρόβλημα.

Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού: στην κατανομή του κόστους. Αυτή η επιτροπεία δεν έκλεινε μόνο πάνω στον λαό. Έφερνε μαζί της και μια παρενέργεια που εξυπηρετούσε το πολιτικό σύστημα: τη δυνατότητα να μετατεθεί η ευθύνη σε άλλους ώμους. Η απόφαση μπορεί να εμφανίστηκε ως αναγκαστική. Όμως οι όροι της, η διάρκεια, το βάθος της επιτροπείας, το κοινωνικό κόστος και η απουσία ουσιαστικής διαπραγμάτευσης έγιναν αντικείμενο δημόσιας συζήτησης κυρίως αφού είχαν ήδη δρομολογηθεί. Και όταν ήρθε η ώρα της λογοδοσίας, υπήρχε πάντα ένας εξωτερικός παράγοντας για να σηκώσει το βάρος: το ΔΝΤ, οι αγορές, οι εταίροι, η ανάγκη.

Έτσι το αδιέξοδο έκλεισε με διπλό τρόπο. Πρώτα έπεσε πάνω στον λαό, με ανεργία, φτώχεια, αποδημία, διάλυση βιοτικού επιπέδου και κατάρρευση προσδοκιών μιας ολόκληρης γενιάς. Ταυτόχρονα όμως άνοιξε μια διέξοδο για την πολιτική τάξη που την υπέγραψε: τη διέξοδο της ατιμωρησίας – και δεν εννοούμε την μη ψήφο – μέσω της επίκλησης της αναγκαιότητας.

Δεν είναι το ίδιο να λες «υπέγραψα γιατί δεν υπήρχε άλλος δρόμος» και να αποδέχεσαι το βάρος αυτής της υπογραφής, με το να χρησιμοποιείς την αναγκαιότητα ως καταφύγιο από κάθε ευθύνη. Η πρώτη στάση είναι τραγική. Η δεύτερη είναι βολική.

Ακόμα και σήμερα, πολιτικοί που συμμετείχαν σε εκείνες τις διαδικασίες ισχυρίζονται ότι δεν γνώριζαν πλήρως τους όρους. Δεν διάβασαν, λένε. Ή δεν τους δόθηκε χρόνος να διαβάσουν. Αυτή η φράση, «δεν ήξερα», είναι ίσως η πιο πολυχρησιμοποιημένη δικαιολογία της ελληνικής πολιτικής ιστορίας. Και η πιο ακριβή για τον λαό που την πληρώνει.

Εδώ λοιπόν βρίσκεται το κοφτερό σημείο της σύγκρισης. Οι δύο ηγέτες δεν αντιμετώπισαν απλώς διαφορετικά διλήμματα. Αντιμετώπισαν διλήμματα με άνιση κατανομή κόστους και οφέλους. Ο Παπαδόπουλος αρνήθηκε μια ρύθμιση που θα του έδινε πρόσκαιρη διεθνή αποδοχή, αλλά θα κόστιζε στρατηγικά στην Κύπρο. Ο Παπανδρέου αποδέχθηκε μια συμφωνία που θα πλήρωνε κυρίως ο λαός, ενώ το πολιτικό σύστημα μπορούσε να κρυφτεί πίσω από το άλλοθι της αναγκαιότητας και να αποσείσει το βάρος της διαχρονικής κακοδιαχείρισης που είχε προηγηθεί.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι συνθήκες ήταν παρόμοιες ή ότι οι επιλογές ήταν εξίσου εύκολες. Δεν ήταν. Σημαίνει όμως ότι η ηθική διάσταση μιας απόφασης δεν κρίνεται μόνο από το αδιέξοδο που εμφανίζεται μπροστά στον ηγέτη. Κρίνεται και από το ποιος θα πληρώσει όταν τελειώσουν οι δηλώσεις και αρχίσει η πραγματικότητα.

Δελφοί 2026: η ίδια λογική, νέα πρόσωπα

Στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, η Λάουρα Κοβέσι δεν μίλησε για αφηρημένες έννοιες. Μίλησε για δικογραφίες, για ευρωπαϊκά κονδύλια, για σοβαρές πολιτικές ευθύνες, για θεσμική λογοδοσία. Ζήτησε να ερευνηθεί τι ακριβώς συνέβη με τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Και ζήτησε να συνεχίσουν τη δουλειά τους οι εισαγγελείς που ήδη ερευνούν.

Η αντίδραση ήταν η γνώριμη. Ορισμένοι χαρακτήρισαν την ομιλία της «πολιτική». Άλλοι της ευχήθηκαν καλή επιτυχία στη «μελλοντική πολιτική σταδιοδρομία». Τρίτοι μετέφεραν τη συζήτηση από το «τι συνέβη» στο «ποιος κάνει τον έλεγχο». Η Κοβέσι ονόμασε αυτές τις αντιδράσεις με την ακριβή τους λέξη: αντιπερισπασμό. Και απάντησε με λιτότητα: «Ο θόρυβος αποτελεί προσπάθεια να στρέψει την προσοχή από την ουσία. Και η ουσία δεν αφορά την ανανέωση της θητείας της Εισαγγελίας. Αφορά τι συνέβη στον ΟΠΕΚΕΠΕ».

Το σκηνικό έχει ξανά διπλή λειτουργία. Αν η έρευνα σταματήσει ή αποδυναμωθεί, ο λαός — ως φορολογούμενος και ως πολίτης που τα ευρωπαϊκά κονδύλια θα έπρεπε να τον εξυπηρετούν — χάνει. Και η πολιτική τάξη που εμπλέκεται κερδίζει ακόμα μία φορά τη διέξοδο της ατιμωρησίας. Ο μηχανισμός δεν χρειάζεται να ανανεωθεί. Αρκεί να εναλλάσσονται τα πρόσωπα.

Το μοτίβο δεν είναι η ημερομηνία

Ο ανθρώπινος νους αγαπά τις συμπτώσεις. Ενώνει ημερομηνίες, τόπους, επετείους, σύμβολα. Μερικές φορές αυτό οδηγεί σε αυθαίρετες αφηγήσεις. Εδώ όμως η σύνδεση δεν βρίσκεται στις ημερομηνίες. Βρίσκεται στο σχήμα που επαναλαμβάνεται.

Το 2004, η Κύπρος βρέθηκε μπροστά σε ένα κείμενο που της ζητούσε να παραδώσει κάτι θεμελιώδες με αντάλλαγμα την υπόσχεση της διεθνούς εύνοιας. Το διάβασε και αρνήθηκε. Το 2010, η Ελλάδα βρέθηκε μπροστά σε μια συμφωνία που παρουσιάστηκε ως αναγκαστική σωτηρία, αλλά το κοινωνικό της κόστος μεταφέρθηκε στους πολλούς ενώ η ευθύνη διαχύθηκε μέχρι να γίνει αόρατη. Το 2026, όταν μια Ευρωπαία εισαγγελέας ζητά να διαβαστεί μια δικογραφία και να ερευνηθεί η διαχείριση δημόσιου και ευρωπαϊκού χρήματος, η συζήτηση μετατοπίζεται ξανά από το περιεχόμενο στον αγγελιοφόρο.

Αυτό είναι το μοτίβο. Όχι η 23η ή η 24η Απριλίου. Όχι το Καστελόριζο, οι Δελφοί ή η Λευκωσία ως σκηνικά. Το μοτίβο είναι η επανάληψη μιας πολιτικής αντανακλαστικής αντίδρασης: όταν το περιεχόμενο απειλεί την ελίτ, επιχειρείται να μη διαβαστεί. Ή να διαβαστεί αργά. Ή να χαθεί μέσα στον θόρυβο.

Ποιος πληρώνει — και γιατί αυτό έχει σημασία

Η σύγκριση Παπαδόπουλου και Παπανδρέου δεν είναι δίκαιη αν μείνει στο επίπεδο της προσωπικής ικανότητας ή της πρόθεσης. Οι συνθήκες ήταν άλλες, τα περιθώρια κινήσεως ποικίλα, οι χρόνοι ανόμοιοι. Αλλά η ασυμμετρία που μένει και που έχει σημασία είναι αυτή: ο ένας αρνήθηκε μια δέσμευση που αν κλείδωνε, θα έπεφτε πάνω στον τόπο και στην ιστορία του. Ο άλλος αποδέχθηκε μια συμφωνία που, ενώ έπεφτε πάνω στον λαό, άνοιγε ταυτόχρονα μια λεπτή, σχεδόν αόρατη διέξοδο για εκείνους που είχαν κυβερνήσει τη χώρα μέχρι το χείλος της χρεοκοπίας.

Αυτή η διέξοδος ονομάζεται αναγκαιότητα. Και η αναγκαιότητα, όταν αποσυνδέεται από την ανάληψη ευθύνης, γίνεται το τέλειο άλλοθι. Δεν είχαμε επιλογή. Δεν ξέραμε. Μας επέβαλαν. Αιφνιδιαστήκαμε.

Αλλά η ιστορία δείχνει ότι και η Κύπρος είχε πιέσεις, φόβους, απειλές, στενά περιθώρια. Και όμως δεν χρησιμοποίησε την αναγκαιότητα ως άλλοθι. Γιατί κατάλαβε ότι άλλο πράγμα είναι να πληρώνεις πολιτικό κόστος για να προστατεύσεις το κράτος σου και άλλο να μεταφέρεις κοινωνικό κόστος για να θωρακίσεις την πολιτική τάξη από τη λογοδοσία.

Το μάθημα που δεν πήραμε

Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται μηχανικά. Επαναλαμβάνονται όμως πρότυπα συμπεριφοράς. Και το πιο επικίνδυνο στην ελληνική πολιτική ζωή είναι αυτό: όταν ένα δίλημμα απειλεί τον λαό αλλά εξυπηρετεί την ελίτ, βρίσκεται σχεδόν πάντα ένας τρόπος να μετατοπιστεί η συζήτηση — από το περιεχόμενο στον αγγελιοφόρο, από την ουσία στις προθέσεις, από τη λογοδοσία στον θόρυβο.

Το 2004, το κίνημα φόβου ήθελε να αποτρέψει τους Κύπριους από το να σταθμίσουν. Δεν τα κατάφερε. Το 2010, η επίκληση της αναγκαιότητας απάλλαξε πολλούς από το να απολογηθούν για όσα προηγήθηκαν και για όσα υπεγράφησαν. Το 2026, η επίθεση στην Ευρωπαία εισαγγελέα επιχειρεί να αποτρέψει τη διερεύνηση αυτού που πράγματι συνέβη.

Η Κοβέσι είπε στους Έλληνες πολίτες πριν φύγει: «Μην παραιτηθείτε. Η διαφθορά μπορεί να ηττηθεί». Απευθυνόταν στους πολίτες, όχι στους πολιτικούς. Γιατί γνώριζε ότι όσοι βρίσκονται εντός του μηχανισμού σπάνια έχουν λόγο να τον αποδομήσουν μόνοι τους.

Οι κοινωνίες δεν κινδυνεύουν μόνο όταν παίρνουν λάθος αποφάσεις. Κινδυνεύουν περισσότερο όταν οι συμφωνίες κατασκευάζονται έτσι ώστε το κόστος να πηγαίνει πάντα αλλού και η ατιμωρησία να μένει πάντα εδώ.

Και τότε το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν είδαμε τι μας περίμενε. Είναι ότι μάθαμε να ρωτάμε πρώτα ποιος θα το πληρώσει.

Similar Posts