Είμαστε στον αέρα – 30/4/26 | Μνήμη – Άσφαλτος – Ενέργεια – Υγεία
Γυρίζοντας τον χρόνο πίσω στις 30 Απριλίου 1982, η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου άνοιγε τον δρόμο για την επίσημη αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης. Ο Νόμος 1285/1982 δεν ήταν απλώς μια θεσμική πράξη αποκατάστασης. Ήταν μια προσπάθεια να ειπωθεί, έστω και καθυστερημένα, ότι στους αγώνες για την πατρίδα δεν περισσεύει κανείς. Ότι η μνήμη δεν μπορεί να είναι ιδιοκτησία μιας παράταξης και ότι μια χώρα δεν μπορεί να προχωρήσει όταν ζει διαρκώς μέσα στους λογαριασμούς του εμφυλίου.
Το ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι ακόμη και μια τόσο σημαντική θεσμική πράξη δεν κατάφερε από μόνη της να θεραπεύσει το τραύμα. Και αυτό έχει μεγάλη αξία για το σήμερα. Διότι μας θυμίζει πως τα μεγάλα ιστορικά, κοινωνικά και πολιτικά τραύματα δεν κλείνουν «με έναν νόμο και ένα άρθρο». Χρειάζονται μνήμη, γνώση, κόπο, παιδεία και πολιτική γενναιότητα. Το ίδιο ισχύει και για τα μεταγενέστερα τραύματα της ελληνικής κοινωνίας, από τη μνημονιακή περίοδο μέχρι τη σημερινή τοξική δημόσια αντιπαράθεση. Αν δεν μάθουμε να μιλάμε για όσα μας πλήγωσαν χωρίς να τα κάνουμε όπλο, τότε ο διχασμός θα συνεχίσει να καταναλώνει τον ζωτικό χώρο που χρειάζεται η χώρα για να προκόψει.
Από εκεί, η εκπομπή πέρασε σε ένα θέμα που πονά άμεσα την ελληνική κοινωνία: την οδική ασφάλεια, τα δίκυκλα και πλέον τα ηλεκτρικά πατίνια. Το πρόσφατο τροχαίο δυστύχημα στο Αλιβέρι δεν φαίνεται να ήταν αρκετό για να αλλάξει άμεσα νοοτροπίες. Λίγα εικοσιτετράωρα μετά την τραγωδία, η επικινδυνότητα στη χρήση δικύκλων παραμένει ορατή, ειδικά στους νέους, ενώ η είδηση για τον θάνατο 13χρονου με πατίνι στα Μακρίσια Ηλείας δείχνει ότι έχει ανοίξει πλέον ένα νέο, σκληρό κεφάλαιο στον φόρο αίματος της ασφάλτου.
Τα ηλεκτρικά πατίνια δεν είναι παιχνίδι. Στην Ελλάδα αντιμετωπίζονται πλέον ως Ελαφρά Προσωπικά Ηλεκτρικά Οχήματα και το πλαίσιο έχει γίνει αυστηρότερο, με όρια ταχύτητας, κανόνες κυκλοφορίας, απαγόρευση δεύτερου επιβάτη, υποχρέωση κράνους σε πολλές περιπτώσεις και περιορισμούς στη χρήση κινητού ή ακουστικών. Όμως το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι γράφει ο νόμος. Είναι αν εφαρμόζεται. Χωρίς πραγματική αστυνόμευση, χωρίς καθολική χρήση κράνους, χωρίς ηλικιακό έλεγχο και χωρίς τεχνολογικούς περιορισμούς στα ενοικιαζόμενα πατίνια, ο νόμος μένει χαρτί και οι δρόμοι συνεχίζουν να παράγουν θύματα.
Το ζήτημα είναι βαθύτερο από το πατίνι ή το μηχανάκι. Είναι η κουλτούρα της ελαφρότητας απέναντι στον κίνδυνο. Είναι η ψευδαίσθηση ότι «σε μένα δεν θα συμβεί». Είναι η απουσία συστηματικής παιδείας για την οδική συμπεριφορά. Και ειδικά όταν μιλάμε για ανηλίκους, η ευθύνη δεν μπορεί να μεταφέρεται μόνο στο παιδί. Ανήκει στην οικογένεια, στο σχολείο, στην πολιτεία, στους δήμους, στην Τροχαία και συνολικά σε μια κοινωνία που πρέπει επιτέλους να πάψει να συγκινείται μόνο μετά το κακό.
Στο τρίτο μέρος, η συζήτηση άνοιξε στην ενέργεια και στην οικονομία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δίνει μεγαλύτερο περιθώριο κρατικών ενισχύσεων για να στηριχθούν κλάδοι που πιέζονται από το αυξημένο ενεργειακό κόστος, τα καύσιμα, το ρεύμα, το φυσικό αέριο, τα λιπάσματα και το κόστος παραγωγής. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει πλέον θεσμικό χώρο να στηρίξει πιο στοχευμένα μεταφορές, γεωργία, αλιεία και ενεργοβόρες επιχειρήσεις. Το κρίσιμο, όμως, είναι ότι η δυνατότητα δεν είναι εφαρμογή. Οι Βρυξέλλες ανοίγουν τον δρόμο, αλλά η Αθήνα πρέπει να αποφασίσει αν θα κινηθεί γρήγορα, δίκαια και αποτελεσματικά.
Εδώ χρειάζεται προσοχή. Γιατί πολύ σύντομα μπορεί να δούμε μέτρα που θα παρουσιαστούν ως κυβερνητική γενναιοδωρία, ενώ στην πραγματικότητα θα πατούν πάνω σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο που ήδη δόθηκε. Το θέμα δεν είναι να πουληθούν επικοινωνιακά οι ενισχύσεις ως προεκλογική παροχή, αλλά να φτάσουν εκεί που πραγματικά χρειάζονται: στον αγρότη που πιέζεται από το κόστος παραγωγής, στον επαγγελματία οδηγό, στον αλιέα, στη μικρή επιχείρηση, στον παραγωγικό ιστό που δεν αντέχει άλλη πίεση.
Η ίδια συζήτηση συνδέθηκε και με το πετρέλαιο, τον ΟΠΕΚ και τη νέα ενεργειακή γεωπολιτική. Ο ΟΠΕΚ ήταν για δεκαετίες το χέρι που ρύθμιζε τη στρόφιγγα του πετρελαίου. Όμως σήμερα το παλιό μοντέλο φαίνεται να αλλάζει. Οι διαφοροποιήσεις χωρών όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η αύξηση του ρόλου των Ηνωμένων Πολιτειών μέσω του shale oil, οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή και η σημασία των Στενών του Ορμούζ δείχνουν ότι η αγορά περνά σε μια πιο ασταθή, πιο ανταγωνιστική και πιο γεωπολιτικά φορτισμένη φάση. Για τον πολίτη αυτό δεν είναι μακρινή ανάλυση. Μεταφράζεται σε βενζίνη, μεταφορικά, τρόφιμα, πληθωρισμό και λογαριασμούς.
Στο τελευταίο μέρος, εξ αφορμής και των μηνυμάτων των ακροατών, η εκπομπή στάθηκε στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, με την υπόθεση της γιατρού στη Σάμο, τις υπερεφημερίες και τη γνωστή πλέον τακτική του υπουργού Υγείας να μετατρέπει κάθε κριτική σε δημόσια σύγκρουση στα social media. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ένα βίντεο, μια ανάρτηση ή μια προσωπική αντιπαράθεση. Είναι η εικόνα ενός συστήματος όπου οι γιατροί και οι εργαζόμενοι πιέζονται στα όρια, ενώ η πολιτική ηγεσία συχνά απαντά με αυταρχισμό, ειρωνεία ή δημόσιο παραδειγματισμό.
Αν μια γιατρός κλαίει δημόσια για τα απάνθρωπα ωράρια και το πρώτο αντανακλαστικό της εξουσίας είναι να τη στριμώξει επικοινωνιακά, τότε το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Δεν αφορά μόνο τη διοίκηση της υγείας. Αφορά την ποιότητα της εξουσίας. Αφορά το αν ένας νέος γιατρός μπορεί να εμπιστευτεί ότι θα δουλέψει με αξιοπρέπεια στην ελληνική ύπαιθρο. Αφορά το αν ένα νοσοκομείο στην περιφέρεια μπορεί να γίνει ανθρώπινη δομή και όχι μηχανισμός εξουθένωσης. Αφορά τελικά το αν η «φάτσα» της υγείας, οι δηλώσεις και οι φιγούρες στα social media, έχει καμία σχέση με τη «βάση», δηλαδή με τους ανθρώπους που κρατούν όρθιο το σύστημα.
Και καθώς βαδίζουμε προς την εργατική Πρωτομαγιά, αυτή η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος. Γιατί η εργασία δεν είναι μόνο μισθός. Είναι αξιοπρέπεια, όρια, σεβασμός, ασφάλεια και ανθρώπινος χρόνος. Από τη γιατρό της Σάμου μέχρι τον εργαζόμενο σε κάθε δημόσια δομή, το ερώτημα είναι αν η χώρα θέλει ανθρώπους που υπηρετούν ή ανθρώπους που εξαντλούνται. Και αν δεν απαντήσουμε σε αυτό, τότε όλες οι μεγάλες κουβέντες για μεταρρυθμίσεις στην υγεία θα μένουν μισές.
Τι πρέπει να μας μείνει από τη σημερινό «Είμαστε στον αέρα» ; Οι νόμοι δεν αρκούν αν δεν αλλάζουν νοοτροπίες. Οι ενισχύσεις δεν αρκούν αν γίνονται εργαλείο επικοινωνίας. Οι θεσμοί δεν αρκούν αν δεν προστατεύουν τον άνθρωπο. Και η κοινωνία δεν προχωρά αν δεν μάθει να ξεχωρίζει το ουσιαστικό από το βολικό.
Ακούστε και δείτε ολόκληρη τη σημερινή εκπομπή στο παρακάτω βίντεο :
