Διάλογος με την Τουρκία χωρίς αποτροπή: ένα επικίνδυνο δίλημμα
γράφει ο Δημήτρης Γκουλιώνης
Μέσα στην επόμενη εβδομάδα αναμένεται η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σε μια περίοδο αυξημένης γεωπολιτικής ρευστότητας στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Οι προσδοκίες από αυτή τη συνάντηση είναι χαμηλές, μετά και την NAVTEX αορίστου χρόνου που εξέδωσε η Τουρκία, αμφισβητώντας την ελληνική κυριαρχία στα ανατολικά του 25ου μεσημβρινού, χωρίζοντας ουσιαστικά το Αιγαίο στη μέση.
Άμεση ήταν η αντίδραση του υπουργού Εθνικής Άμυνας, Νίκου Δένδια, ο οποίος σχολίασε ότι «η κίνηση αυτή είναι παντελώς εκτός σχεδίου». Εύλογα, λοιπόν, γεννάται το ερώτημα: για ποιο λόγο η Ελλάδα επιθυμεί τη σύγκληση του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας, τη στιγμή που η Άγκυρα προβαίνει σε τέτοιες προκλητικές ενέργειες;
Η φράση που έχει γίνει της μόδας, ύστερα και από την ομιλία του Καναδού πρωθυπουργού στο Νταβός, «όποιος δεν είναι στο τραπέζι θα είναι στο μενού», αποτελεί τη βολική δικαιολογία για την Αθήνα. Η πάγια θέση της χώρας μας είναι ότι δεν συζητά ζητήματα κυριαρχίας, αναγνωρίζοντας ως μοναδική διαφορά την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και των Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών (ΑΟΖ). Η Τουρκία, ωστόσο, επιδιώκει τη διαπραγμάτευση του συνόλου των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, κάτι που αποτελεί κόκκινη γραμμή για την Αθήνα. Την ίδια στιγμή, ο παράγοντας της αμερικανικής πολιτικής αστάθειας, με την επανεμφάνιση του Ντόναλντ Τραμπ στο διεθνές προσκήνιο, θέτει πρόσθετα διλήμματα στην ελληνική πλευρά.
Πρόκειται για διλήμματα ασφαλείας που η Ελλάδα δυσκολεύεται διαχρονικά να διαχειριστεί. Παρά τις πρόνοιες του Διεθνούς Δικαίου, κυρίως ως προς την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, η επίκληση του τουρκικού casus belli λειτουργεί αποτρεπτικά για την Αθήνα. Από την κρίση των Ιμίων και έπειτα, έχει παγιωθεί ένα προηγούμενο κατευνασμού, το οποίο οδηγεί όχι σε σταθερότητα, αλλά σε σταδιακή απεμπόληση κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Παρά τις μεγάλες αμυντικές δαπάνες και τις στρατηγικές συμμαχίες με κράτη όπως το Ισραήλ, η Αίγυπτος και η Γαλλία, η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη καμία εξωτερική στρατιωτική συνδρομή. Η επίκληση του Διεθνούς Δικαίου, χωρίς αντίστοιχη πολιτική βούληση και αξιόπιστη αποτροπή, δεν επαρκεί για την προάσπιση ζωτικών εθνικών συμφερόντων.
Το συμπέρασμα είναι ότι, όταν παραβιάζεται το διεθνές δίκαιο και διαμορφώνεται μια νέα κατάσταση ως αποτέλεσμα του δικαίου του ισχυρού, το διεθνές σύστημα στην πράξη τείνει να αποδέχεται το νέο καθεστώς ως de facto πραγματικότητα. Το διεθνές δίκαιο, «ιδίως σε ζητήματα εδαφικού και κυριαρχικού καθεστώτος, λειτουργεί συχνά ως μια ακολουθία διαδοχικών τετελεσμένων, τα οποία προκύπτουν μέσω χρήσης ή απειλής χρήσης βίας και παγιώνονται μέσα στον χρόνο». Ο ελληνισμός το βίωσε στο Κυπριακό και, παρά τα καταδικαστικά ψηφίσματα του ΟΗΕ κατά της Τουρκίας, η Κύπρος παραμένει μέχρι σήμερα ακρωτηριασμένη.
Ήρθε η στιγμή για μια σοβαρή εθνική συζήτηση. Η Ελλάδα χρειάζεται μια καθαρή και συνεκτική στρατηγική, βασισμένη στο εθνικό συμφέρον και στην πραγματικότητα του κρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος. Αναγνωρίζοντας ότι το κράτος παραμένει ο μοναδικός ουσιαστικός δρων στο διεθνές γίγνεσθαι, οφείλουμε να διαφυλάξουμε την κρατική μας οντότητα, εφαρμόζοντας το διεθνές δίκαιο στην πράξη — με ισχυρή αποτροπή, ενεργητική διπλωματία και αυτοπεποίθηση.
* Hedley Bull, The Anarchical Society: A Study of Order in World Politics, Columbia University Press, Νέα Υόρκη.
