Το Συμβούλιο Ειρήνης του Τραμπ: Υποκατάστατο του ΟΗΕ ή όργανο αμερικανικής ισχύος;
γράφει ο Δημήτρης Γκουλιώνης
Τι πέτυχε τελικά ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, με την πρόθεσή του να δημιουργήσει ένα «Συμβούλιο Ειρήνης» για τη Γάζα; Στην πράξη, ελάχιστα έως τίποτα. Το μόνο απτό αποτέλεσμα ήταν ότι επιτάχυνε την πολιτική και θεσμική απομάκρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς κατέστη σαφές πως το υπό διαμόρφωση σχήμα δεν είχε ουσιαστική σχέση ούτε με την Παλαιστίνη ούτε με την πραγματική ανοικοδόμηση της περιοχής.
Στην ουσία πρόκειται για μια προσπάθεια των ΗΠΑ να δημιουργήσουν έναν οργανισμό που θα λειτουργεί παράλληλα με τον ΟΗΕ, με μακροπρόθεσμο στόχο την υποβάθμιση και τελικά την περιθωριοποίηση του. Ενός οργανισμού δηλαδή που οφείλει την ύπαρξή του στον Αμερικανό πρόεδρο Γούντροου Γουίλσον, ο οποίος μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου εισηγήθηκε τη δημιουργία της Κοινωνίας των Εθνών. Με τη στήριξη των ηγετών της Αντάντ –με τον Ελευθέριο Βενιζέλο να συγκαταλέγεται στις κεντρικές φυσιογνωμίες– ιδρύθηκε το 1919 ο πρώτος πολυεθνικός οργανισμός συλλογικής ασφάλειας, με στόχο τη διατήρηση της ειρήνης μετά τον πόλεμο.
Ο Γουίλσον, επιστρέφοντας στις ΗΠΑ, περιόδευσε σε όλες τις Πολιτείες προκειμένου να πείσει για την ανάγκη ένταξης της χώρας στην Κοινωνία των Εθνών. Η Γερουσία, όμως, απέρριψε τη συμμετοχή, φοβούμενη ότι ο οργανισμός θα περιόριζε την ανεξαρτησία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Η εξέλιξη είναι γνωστή: η Κοινωνία των Εθνών απέτυχε να αποτρέψει τη σύγκρουση, ενώ η Συνθήκη των Βερσαλλιών άνοιξε τον δρόμο για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Τα περίπου πενήντα εκατομμύρια νεκρών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ανάγκασαν τις νικήτριες δυνάμεις να αναζητήσουν ένα πιο σταθερό πλαίσιο διεθνούς ασφάλειας, οδηγώντας στη δημιουργία του ΟΗΕ. Παρά τις αδυναμίες του, ο Οργανισμός αποτέλεσε το βασικό θεσμικό καταφύγιο των μικρών και αδύναμων κρατών, καθώς μέσω της Γενικής Συνέλευσης αναγνωρίστηκε η κρατική τους υπόσταση. Η συμμετοχή 193 κρατών-μελών παραμένει ίσως το σημαντικότερο επίτευγμά του.
Ωστόσο, οι μεγάλες δυνάμεις –πρωτίστως οι ΗΠΑ και δευτερευόντως η Σοβιετική Ένωση και μετέπειτα η Ρωσική Ομοσπονδία– συχνά αγνόησαν τον ΟΗΕ, προχωρώντας σε στρατιωτικές επεμβάσεις κατά παράβαση της αρχής της κρατικής κυριαρχίας. Διότι οι ηγεμονικές δυνάμεις δύσκολα αποδέχονται περιορισμούς όταν διακυβεύονται ζωτικά τους συμφέροντα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι δεκάδες καταδικαστικές αποφάσεις για την τουρκική εισβολή και κατοχή της Κύπρου, οι οποίες ουδέποτε εφαρμόστηκαν, με την Τουρκία να παραμένει πλήρως ενταγμένη στη διεθνή κοινότητα.
Στη νέα διεθνή τάξη πραγμάτων, όπως διαμορφώνεται από τη συγκρουσιακή και μονομερή πολιτική Τραμπ, ο ΟΗΕ θεωρείται αναχρονισμός. Το δόγμα της «ειρήνης δια της ισχύος», όπως αποτυπώνεται στην Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας των ΗΠΑ, δεν χωρά πολυμερείς μηχανισμούς που λειτουργούν με λογική συναίνεσης. Η εξωτερική πολιτική, σύμφωνα με το δόγμα αυτό, δεν αποσκοπεί στη «βελτίωση του κόσμου», αλλά στην προάσπιση συγκεκριμένων εθνικών συμφερόντων: κυριαρχία, ασφάλεια, οικονομική ισχύ και κοινωνική συνοχή.
Υπό αυτό το πρίσμα, η Ουάσιγκτον αναζητά έναν οργανισμό πλήρως ελεγχόμενο από την ίδια. Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, στο υπό συζήτηση Συμβούλιο Ειρήνης προβλέπεται συγκεντρωτική δομή, με τον ίδιο τον Τραμπ σε ρόλο προέδρου και με ενισχυμένες εκτελεστικές αρμοδιότητες, ενώ έχει διατυπωθεί ακόμη και η σκέψη για δυνατότητα ανάπτυξης δυνάμεων επιβολής αποφάσεων. Την ίδια στιγμή, η πλειονότητα των ευρωπαϊκών κρατών τηρεί αποστασιοποιημένη στάση, με εξαίρεση την Ουγγαρία, ενώ θετικά διακείμενες εμφανίζονται χώρες όπως η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Αίγυπτος και η Ιορδανία. Ρωσία και Κίνα παρακολουθούν επιφυλακτικά, αντιλαμβανόμενες ότι ένα τέτοιο σχήμα θα λειτουργούσε ανταγωνιστικά προς τον ΟΗΕ.
Συνοψίζοντας, οι ΗΠΑ επιδιώκουν τη δημιουργία ενός κατ’ επίφασιν διεθνούς οργανισμού, ο οποίος θα εντάσσεται σε μια παράλληλη αρχιτεκτονική διεθνούς διακυβέρνησης, ελεγχόμενη πρωτίστως από τον Λευκό Οίκο. Είναι βέβαιο ότι, αν υλοποιηθεί, θα κινηθεί ανταγωνιστικά προς τον ΟΗΕ, με σοβαρές επιπτώσεις στις διεθνείς ισορροπίες και με το δίλημμα «μαζί μας ή με τους άλλους» να επανέρχεται πιεστικά για τα μικρότερα κράτη που θα βρεθούν στη δίνη των γεωπολιτικών ανακατατάξεων.
