Η συντριβή του φθόνου
Δημοσιεύθηκε στο φύλλο της ΖΕΥΞΗΣ της 15ης Σεπτεμβρίου.

γράφει ο Κωνσταντίνος Καραγιάννης
Η ομιλία του Κωνσταντίνου Τασούλα στην Κύμη συνέδεσε την αναγνώριση της προσφοράς με την υπέρβαση του φθόνου. Πόσο η καθημερινή δημόσια συμπεριφορά επιβεβαιώνει αυτή τη σύνδεση;
Τα εγκαίνια του Μουσείου Παπανικολάου ολοκληρώθηκαν και σίγουρα ό,τι έχει ειπωθεί ως τώρα αντανακλά τη χαρά και την υπερηφάνεια ενός τόπου γεμάτου προσμονή ετών. Ο ανταγωνισμός για το ποιος θα τοποθετηθεί πρώτος έχει γίνει ένα σύγχρονο ρινγκ. Δεν είναι αναγκαίο να μπεις κι εσύ εκεί, όταν οι θεατές περιμένουν ήδη την επόμενη αναμέτρηση πριν προλάβουν να σκεφτούν τι παρακολούθησαν στην προηγούμενη. Όσο αφομοιώνεται η στιγμή και καταλαγιάζει το βίωμα, αναζητάς κάτι βαθύτερο από το προφανές. Εκείνο που δεν περίμενα, λοιπόν, ήταν ότι την επίγευση θα την καθόριζαν τα λόγια του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η ομιλία του Κωνσταντίνου Τασούλα ήταν, καταθέτω ταπεινώς, η καλύτερη στιγμή μιας κατά τα λοιπά φυσιολογικής και comme il faut τελετής εγκαινίων. Η ομιλία του Προέδρου, λοιπόν, η ευχάριστη έκπληξη.
Αυτό μπορεί να ειπωθεί ανεξάρτητα από ιδεολογικό προσανατολισμό και από την άποψη για το πρόσωπο. Η παρουσία του υπουργού Υγείας, για παράδειγμα, μπορεί να προκαλεί αρνητικές κρίσεις, όπως μπορεί να προκαλεί και η παρουσία του ίδιου του Κωνσταντίνου Τασούλα. Ο σεβασμός προς έναν θεσμό δεν συνεπάγεται αποδοχή κάθε επιλογής του προσώπου που τον εκπροσωπεί. Αντίστοιχα, η πολιτική διαφωνία δεν εμποδίζει την αναγνώριση μιας ομιλίας που άξιζε να ακουστεί. Αυτή η δυνατότητα έχει ιδιαίτερη σημασία όταν το αντικείμενο της ομιλίας είναι ακριβώς η δυσκολία να αναγνωρίζεται η αξία του άλλου.
Πριν από την εκδήλωση, χωρίς σαφή εικόνα για το πώς θα εξελισσόταν, δύσκολα θα περίμενε κανείς ότι μια προεδρική ομιλία θα έδινε τόση τροφή για σκέψη. Ο Τασούλας είχε μελετήσει τον Παπανικολάου. Ακούγοντάς τον, δημιουργούνταν η εντύπωση ότι είχε μελετήσει και την πόλη που τον γέννησε. Οι αναφορές του στην τοπική διαβολή, στην αναγνώριση και στον φθόνο ήταν τόσο οικείες, ώστε η ιστορική αφήγηση προσφερόταν σχεδόν αβίαστα για σκέψεις γύρω από το παρόν. Η σύνδεση αυτή ανήκει στον ακροατή· δεν προϋποθέτει ότι ο Πρόεδρος γνώριζε τις σημερινές τοπικές αντιπαραθέσεις.
Ο ακροατής χρειάζεται χρόνο για να καταλάβει τι άκουσε, να συνδέσει όσα είδε με την αναμονή των ετών, με τη χαρά της ημέρας, με όσα γνώριζε και όσα πληροφορήθηκε εκεί. Χρειάζεται επίσης χρόνο για να ξεχωρίσει τι οφείλει να καταγράψει ως ρεπορτάζ και τι θέλει να καταθέσει ως προσωπική σκέψη. Όποιος παρακολούθησε, είτε ως επίσημος προσκεκλημένος είτε ανάμεσα στο κοινό, δικαιούται αυτό το περιθώριο. Δεν είναι υποχρεωμένος να έχει έτοιμη δημόσια τοποθέτηση πριν ακόμη τελειώσει η εκδήλωση.
Η παρόρμηση είναι συχνά αντίθετη. Να γραφτεί αμέσως κάτι, να δημοσιευτεί η φωτογραφία, να φανεί η παρουσία. Να διατυπωθεί μια δήλωση αρκετά επίσημη ώστε να ταιριάζει στην περίσταση και αρκετά κοινότοπη ώστε να μη χρειάζεται πολλή σκέψη. Η μικρή ανταμοιβή της άμεσης ανταπόκρισης, αυτή που συνηθίσαμε να αποκαλούμε «ντοπαμίνη» των αναρτήσεων, αφορά και εκείνον που δημοσιεύει και εκείνον που συνεχίζει επ’ άπειρον το άνευ συγκέντρωσης σκρολάρισμα. Μέσα σε αυτή τη βιασύνη, ακόμη και μια σημαντική στιγμή μπορεί να περάσει ως ακόμη μία φωτογραφία ανάμεσα σε πανομοιότυπες δηλώσεις.
Στην Κύμη υπήρχε λόγος να σταθεί κανείς περισσότερο. Στο σπίτι ενός ανθρώπου που πρόσφερε τόσα στην ανθρωπότητα, ακούστηκε ξανά η ιστορία της απαξίωσης που είχε γνωρίσει στον τόπο του. Η σημερινή τιμή έφερνε μπροστά στο ακροατήριο και εκείνη την παλιά προσβολή. Ο Πρόεδρος επέλεξε να τη θυμίσει και να συνδέσει την αναγνώριση με την υπέρβασή της: «Αυτό που κάνουμε σήμερα, να αναγνωρίζουμε, είναι η συντριβή του φθόνου».
Η φράση άξιζε περισσότερα από μια επιδοκιμασία της στιγμής. Το μουσείο αποτελεί έμπρακτη απόδοση τιμής στον Παπανικολάου. Αρκεί η εκπλήρωση αυτής της οφειλής για να θεωρήσει η Κύμη ότι τακτοποίησε και τη σχέση της με τον φθόνο; Ότι μέσα στο σπίτι της έπαψε να δυσφορεί με την προσφορά, την ανεξαρτησία ή την επιτυχία του άλλου; Για να απαντηθεί αυτό, χρειάζεται να εξεταστεί πώς αντιμετωπίζονται οι άνθρωποι που ζουν και εργάζονται σήμερα εδώ.
Στην ίδια ομιλία υπήρχε ήδη μια αφετηρία γι’ αυτή την εξέταση. Με αφορμή την αναφορά του Μητροπολίτη Καρυστίας στον Κωνσταντίνο Τσάτσο, ο Τασούλας αρνήθηκε να θεωρήσει ότι η κατοχή του ίδιου αξιώματος συνεπάγεται ισοτιμία προσωπικής προσφοράς. Και μίλησε για την αδικία της «αναγκαστικής εξίσωσης των ανίσων». Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν αυτή η παραδοχή εξέφραζε βαθιά πεποίθηση ή τη σεμνότητα που υπαγόρευε η περίσταση. Ας τη δεχτούμε όπως ειπώθηκε. Η αναγνώριση ότι κάποιος άλλος υπήρξε σπουδαιότερος συνδεόταν με όσα είπε για τον φθόνο: Πόσο εύκολα παραδέχεται κανείς ότι κάποιος άλλος υπερέχει, χωρίς να αισθάνεται ότι υποτιμά τη δική του αξία;
Ο ίσος σεβασμός προς τους ανθρώπους δεν εμποδίζει την αναγνώριση ότι κάποιος γνωρίζει περισσότερα, έχει δημιουργήσει κάτι σημαντικότερο ή έχει υπηρετήσει καλύτερα μια ευθύνη. Όποιος το παραδέχεται δεν χάνει τη δική του αξία. Η δυσκολία βρίσκεται στο να πάψει να βλέπει την προσφορά του άλλου ως προσωπική απειλή. Ο φθόνος βρίσκει πρόσφορο έδαφος εκεί όπου κάθε σύγκριση βιώνεται ως προσβολή και κάθε αναγνώριση προς τρίτον ως στέρηση μιας τιμής που δήθεν ανήκε στον εαυτό μας.
Για τον Παπανικολάου η αναγνώριση φαίνεται σήμερα αυτονόητη. Η επιστημονική του προσφορά έχει κριθεί και η ευγνωμοσύνη έχει ξεπεράσει σύνορα και γενιές. Στην ομιλία του ο Πρόεδρος επέλεξε να σταθεί στα χρόνια πριν από την παγκόσμια καταξίωση, όταν ο νέος γιατρός διεκδικούσε την ελευθερία να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο, πέρα από την ασφαλή επαγγελματική αποκατάσταση που επιθυμούσε ο πατέρας του. Τότε που έγραφε «Θέλω να δημιουργήσω», ενώ το αποτέλεσμα αυτής της επιθυμίας παρέμενε άγνωστο.
Η μεταγενέστερη επιτυχία κάνει εύκολο τον θαυμασμό για εκείνη την επιλογή. Όσο η προσπάθεια βρισκόταν στην αρχή της, απαιτούσε από τους γύρω του να ανεχθούν την αβεβαιότητα και να σεβαστούν μια αναζήτηση που δεν ταίριαζε στις προσδοκίες τους. Αυτό είναι και σήμερα δύσκολο: να δοθεί χώρος σε κάποιον πριν αποκτήσει τις διακρίσεις που θα καταστήσουν την αποδοχή του κοινωνικά ασφαλή.
Ο Παπανικολάου γνώρισε και την αντίθετη αντιμετώπιση. Όπως θύμισε ο Πρόεδρος, η υποστήριξή του στη δημοτική γλώσσα έγινε αφορμή για επίθεση τοπικής εφημερίδας, η οποία έφτασε να τον χαρακτηρίσει «στίγμα της Κύμης». Η διαφωνία επεκτάθηκε στις σπουδές του, στην επιστημονική του υπόσταση, στην ίδια του την αξία. Το πρόσωπο έπρεπε να απαξιωθεί συνολικά επειδή οι ιδέες του ενοχλούσαν.
Η απόσταση του χρόνου επιτρέπει την εύκολη καταδίκη εκείνης της επίθεσης. Δυσκολότερη είναι η αναγνώριση της ίδιας συμπεριφοράς όταν εκδηλώνεται σήμερα, από οικείους ανθρώπους και με οικεία επιχειρήματα. Όταν μια άποψη αντιμετωπίζεται με υπαινιγμούς για τα κίνητρα εκείνου που την εκφράζει. Όταν μια προσπάθεια αποσιωπάται επειδή η παραδοχή της θα έδινε κύρος σε κάποιον ανεπιθύμητο. Όταν αναζητείται επίμονα ένα ελάττωμα που θα επιτρέψει να υποτιμηθεί ολόκληρο το έργο.
Η κριτική έχει ασφαλώς τη θέση της. Η αναγνώριση της προσφοράς κάποιου δεν τον απαλλάσσει από τον έλεγχο. Εκείνο που χρειάζεται να εξετάζεται είναι αν η κριτική συζητά συγκεκριμένες πράξεις και μπορεί να αναγνωρίσει κάτι θετικό ή αν έχει αποφασίσει εκ των προτέρων ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος δεν δικαιούται ποτέ τίποτε καλό. Στη δεύτερη περίπτωση, η απαξίωση έχει γίνει αυτοσκοπός.
Για τη σημερινή Κύμη, όπως και για ολόκληρο τον δήμο, το ερώτημα αφορά την καθημερινή συμπεριφορά. Αν αναγνωρίζεται μια χρήσιμη πρωτοβουλία ανεξάρτητα από την προέλευσή της. Αν γίνεται δεκτή η επάρκεια ενός αντιπάλου. Αν ένας νέος άνθρωπος μπορεί να αποκτήσει χώρο χωρίς να υποχρεωθεί πρώτα να δηλώσει υποταγή σε κάποια παρέα ή παράταξη. Η δημόσια τιμή στον Παπανικολάου αποκτά συνέχεια όταν η αναγνώριση αφορά και ανθρώπους των οποίων η προσπάθεια βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.
Θα έβρισκε, λοιπόν, χώρο ένας νέος Παπανικολάου πριν γίνει ο Παπανικολάου που όλοι τιμούν; Ένας άνθρωπος με επιμονή, ανεξαρτησία και ιδέες που προκαλούν αντιδράσεις; Η απάντηση χρειάζεται περισσότερη ειλικρίνεια από όση απαιτεί ένας επετειακός έπαινος. Προϋποθέτει την προθυμία να εξεταστούν και οι προσωπικές εμπάθειες, οι βολικές αποσιωπήσεις, η ευκολία με την οποία υποτιμάται κάποιος επειδή δεν ανήκει στους «δικούς μας».
Αξίζει να ακούσουν την προεδρική ομιλία και όσοι δεν είχαν την ευκαιρία ή έμειναν στις φωτογραφίες. Όσοι ήταν εκεί μπορούν να επιστρέψουν στα λόγια της και να εξετάσουν τι τους ζητούν στην πράξη. Το αν όσα ειπώθηκαν επηρέασαν και τη στάση τους θα φανεί στην επόμενη διαφωνία, στην επόμενη προσπάθεια ενός συμπολίτη, στην επόμενη ευκαιρία να αναγνωριστεί κάτι που αξίζει.
Οι παρευρισκόμενοι, και ειδικά όσοι εξ επαγγέλματος φθονούν και απαξιώνουν την προσπάθεια των άλλων, άκουσαν την ομιλία ή χειροκρότησαν από συνήθεια;

One Comment
Comments are closed.