Δήμαρχοι του 23%, δημοκρατία του μηδέν; Το επιτελικό κράτος βάζει χέρι και στην αυτοδιοίκηση
Η κυβέρνηση μιλά για «μεγάλη μεταρρύθμιση». Μιλά για αποτελεσματικότητα, ταχύτητα, λιγότερη γραφειοκρατία και ισχυρούς δήμους. Όμως πίσω από τα επικοινωνιακά συνθήματα του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης κρύβεται μια διαφορετική πραγματικότητα: η περαιτέρω αποδυνάμωση της δημοκρατικής εκπροσώπησης, η συγκέντρωση εξουσιών σε λίγα πρόσωπα και η μετατροπή της Αυτοδιοίκησης σε διοικητικό βραχίονα του επιτελικού κράτους.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η κατάργηση του δεύτερου γύρου των δημοτικών εκλογών.
Για δεκαετίες, η δεύτερη Κυριακή εξασφάλιζε κάτι αυτονόητο: ότι ο δήμαρχος θα είχε πίσω του την πλειοψηφία όσων συμμετείχαν στην εκλογική διαδικασία. Η κοινωνία είχε δεύτερη ευκαιρία να κρίνει, να συγκρίνει, να επιλέξει. Η τελική νομιμοποίηση δεν ήταν μαθηματική. Ήταν πολιτική.
Σήμερα αυτό αλλάζει.
Με το νέο σύστημα, ένας υποψήφιος μπορεί να βρεθεί πρώτος με 23%-25%, να ωφεληθεί από τις δεύτερες επιλογές και να αναδειχθεί δήμαρχος χωρίς ποτέ να έχει λάβει καθαρή πλειοψηφική εντολή από τους πολίτες.
Κι όμως, ο ίδιος αυτός δήμαρχος μπορεί στη συνέχεια να αποκτήσει κυρίαρχη θέση στα συλλογικά όργανα του δήμου.
Με άλλα λόγια: Μειοψηφία στην κοινωνία – πλειοψηφία στην εξουσία.
Αυτό δεν συνιστά ενίσχυση της δημοκρατίας. Συνιστά θεσμοποίηση της μειοψηφικής διακυβέρνησης.
Και η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο προβληματική όταν συνδυάζεται με τη σταδιακή αποδυνάμωση του δημοτικού συμβουλίου.
Η αντιπολίτευση βλέπει συνεχώς τον ρόλο της να περιορίζεται. Οι δυνατότητες ουσιαστικού ελέγχου συρρικνώνονται. Η λογοδοσία υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη της «κυβερνησιμότητας».
Όμως η δημοκρατία δεν είναι εμπόδιο στην αποτελεσματικότητα.
Η δημοκρατία είναι η προϋπόθεση της νομιμοποίησης.
Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα αφορά την οικονομική ασφυξία των ΟΤΑ.
Οι δήμοι καλούνται να διαχειριστούν κοινωνικές υπηρεσίες, τεχνικά έργα, σχολικές υποδομές, πολιτική προστασία, περιβάλλον και καθημερινότητα των πολιτών, χωρίς τους αντίστοιχους πόρους.
Εδώ και χρόνια η Αυτοδιοίκηση καταγγέλλει ότι σημαντικό μέρος των θεσμοθετημένων πόρων της δεν αποδίδεται. Ταυτόχρονα, οι αρμοδιότητες αυξάνονται.
Πρόκειται για το γνωστό ελληνικό μοντέλο:
Το κράτος κρατά τα χρήματα και μεταφέρει τις ευθύνες.
Έτσι δημιουργούνται δήμοι εξαρτημένοι από υπουργεία, προγράμματα και έκτακτες χρηματοδοτήσεις.
Δήμοι που δεν σχεδιάζουν. Δήμοι που παρακαλούν. Δήμοι που περιμένουν.
Και σαν να μην έφθανε αυτό, η κυβέρνηση εξακολουθεί να μιλά για αποκέντρωση χωρίς να αγγίζει τον πυρήνα του προβλήματος: τη φορολογική αποκέντρωση και την οικονομική αυτοτέλεια.
Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, οι τοπικές αρχές διαθέτουν σαφώς μεγαλύτερη δυνατότητα διαχείρισης πόρων και σχεδιασμού πολιτικών. Στην Ελλάδα, αντίθετα, ο δήμος συχνά λειτουργεί ως εκτελεστικός μηχανισμός αποφάσεων που λαμβάνονται αλλού.
Αυτό αποτυπώνεται και στο άρθρο 312.
Ο σχεδιασμός της ανάπτυξης των δήμων συνδέεται άμεσα με εθνικές στρατηγικές, χωροταξικά σχέδια και χρηματοδοτικά εργαλεία που ελέγχονται από το κεντρικό κράτος.
Θεωρητικά πρόκειται για συντονισμό.
Στην πράξη όμως δημιουργείται ένας ισχυρός μηχανισμός καθοδήγησης των τοπικών επιλογών.
Πόσο ελεύθερος είναι ένας δήμος να επιλέξει διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης όταν οι χρηματοδοτήσεις, οι εγκρίσεις και τα εργαλεία σχεδιασμού ελέγχονται κεντρικά;
Πόσο μπορεί μια τοπική κοινωνία να υπερασπιστεί το περιβάλλον της, τον παραγωγικό της χαρακτήρα ή την πολιτιστική της ταυτότητα όταν οι βασικές αποφάσεις έχουν ήδη ληφθεί «από τα πάνω»;
Η πραγματική αποκέντρωση δεν είναι αυτό.
Αποκέντρωση σημαίνει εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας: οι αποφάσεις να λαμβάνονται στο πλησιέστερο δυνατό επίπεδο προς τον πολίτη.
Σημαίνει εφαρμογή της αρχής της εγγύτητας: ο πολίτης να μπορεί να επηρεάζει ουσιαστικά τις αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή του.
Σημαίνει πόρους, αρμοδιότητες, προσωπικό και λογοδοσία.
Όχι δημάρχους με περισσότερες εξουσίες αλλά λιγότερους ελέγχους.
Όχι δημοτικά συμβούλια με μειωμένο ρόλο.
Όχι τοπικές κοινωνίες που ενημερώνονται αφού έχουν ληφθεί οι αποφάσεις.
Η χώρα χρειάζεται μια διαφορετική μεταρρύθμιση.
Χρειάζεται ένα εθνικό σχέδιο κοινωνικής κατοικίας με πρωταγωνιστές τους δήμους για νέους, γιατρούς, εκπαιδευτικούς και ευάλωτες ομάδες.
Χρειάζεται μόνιμο εξειδικευμένο προσωπικό.
Χρειάζεται αντικειμενικό σύστημα χρηματοδότησης με βάση πληθυσμό, ορεινότητα, νησιωτικότητα, κοινωνικές ανάγκες και υποδομές.
Χρειάζεται ανεξάρτητο ελεγκτικό μηχανισμό Αυτοδιοίκησης.
Χρειάζεται περισσότερη δημοκρατία. Όχι λιγότερη.
Γιατί στο τέλος της ημέρας το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ο νέος Κώδικας είναι λειτουργικός.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν οι τοπικές κοινωνίες θα συνεχίσουν να αποφασίζουν για το μέλλον τους ή αν η Αυτοδιοίκηση θα μετατραπεί οριστικά σε έναν διοικητικό μηχανισμό εφαρμογής κεντρικών πολιτικών.
Και τότε η συζήτηση δεν θα αφορά απλώς έναν νέο Κώδικα.
Θα αφορά την ίδια την ποιότητα της δημοκρατίας στην Ελλάδα.
Δρ. Βασίλης Λύκος
Πολιτικός Αναλυτής, Βιολόγος
Διδάκτωρ στην Εκτίμηση Κινδύνου και την Ολοκληρωμένη Περιβαλλοντική Διαχείριση
MSc στην Ολοκληρωμένη Διαχείριση Παράκτιας Ζώνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης
