24 Μαΐου 1944: Το Κακολύρι και το χρέος που δεν παραγράφεται
γράφει ο Κωνσταντίνος Καραγιάννης
Στις 23 Μαΐου 1944, το βράδυ, ένας αγροφύλακας από το Κακολύρι είδε Γερμανούς να φρουρούν τη γέφυρα της Σκοτεινής και έγραψε ένα σημείωμα. Ήθελε να φτάσει στους αντάρτες εγκαίρως, να ματαιώσει την επιχείρηση που είχε σχεδιαστεί για εκείνη τη νύχτα. Το σημείωμα δόθηκε, άλλαξε χέρια, έφτασε στον «σύνδεσμο» του ΕΑΜ. Εκεί κάπου χάθηκε. Ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ Θανάσης Τζάνος έγραψε αργότερα ότι το μήνυμα δεν έφτασε ποτέ. Έτσι, μόλις έπεσε το σκοτάδι, οι αντάρτες ξεκίνησαν κανονικά για τη γέφυρα — και έπεσαν σε ενέδρα. Ένας Γερμανός σκοπός σκοτώθηκε.
Η επόμενη μέρα ήταν η 24η Μαΐου 1944.
Γύρω στις 9 το πρωί, περίπου 100 Γερμανοί στρατιώτες των Ες-Ες ξεκίνησαν από τις Κονίστρες με προορισμό το Κακολύρι. Το χωριό κυκλώθηκε από τρία τμήματα ταυτόχρονα, ώστε να μην μπορεί να διαφύγει κανένας. Μαζί τους, ντυμένοι με γερμανικές στολές, άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας — που γνώριζαν το χωριό, τα πρόσωπα, τα σπίτια. Συλλαμβάνονταν όλοι οι άνδρες, αλλά και οι έφηβοι πάνω από 10 χρονών. Τα σπίτια που επρόκειτο να πυρποληθούν αναφλέγονταν με εύφλεκτη σκόνη και έναν πυροβολισμό. Τα ζώα στους στάβλους κάηκαν ζωντανά. Ο καπνός είχε κρύψει τον ήλιο.
Ο Βαγγέλης Σκιάνης είχε γίνει πατέρας τρεις μέρες πριν. Δεν πήγε ο νους του στο κακό — κατέβηκε τη σκάλα να μιλήσει στους στρατιώτες. Τον συνέλαβαν επί τόπου. Ο Σταμάτης Ράπτης, πρόεδρος της Κοινότητας, χτυπήθηκε με τον υποκόπανο στα γυμνά δάχτυλα των ποδιών και δεν υπέδειξε κανένα σπίτι. Τον εκτέλεσαν γι’ αυτό. Ο δεκατετράχρονος Γιώργος Σαρμάς δραπέτευσε: μια νεαρή γυναίκα του φόρεσε ρόμπα, του έδωσε μια προβατίνα να κρατά, πέρασαν δίπλα από τον Γερμανό σκοπό που δεν τους πρόσεξε.
Γύρω στις 4 το απόγευμα, στις Κονίστρες, ο ναζιστής διερμηνέας Ξανθόπουλος άρχισε να εκφωνεί ένα ένα τα ονόματα. Καθένας που άκουγε το όνομά του έβγαινε έξω. Οι κρατούμενοι ξαναδέθηκαν χέρι με χέρι. Μαζί με τους Κακολύριανους και έξι ακόμα άνδρες από γειτονικά χωριά — από τον Πύργο, το Βίταλο, τους Ανδρωνιάνους, το Ρολόγι. Τριάντα συνολικά. Κατά τη διαδρομή προς τον τόπο της εκτέλεσης έψαλαν επικήδειους ύμνους. Όταν σε μια στροφή του δρόμου αντίκρισαν την εκκλησία των Γιάννηδων, φώναξαν σπαραχτικά: «σώσε μας Παναγία μας», «σώσε μας Βαγγελίστρα μας».

Τους εκτέλεσαν ανά έξι. Μετά από κάθε ομάδα, ο επικεφαλής αξιωματικός ξαναγέμιζε ο ίδιος τα όπλα των οπλιτών και έδινε τη χαριστική βολή. Αργότερα, κατοίκους των Γιάννηδων ανάγκασαν να θάψουν τους νεκρούς. Ο τάφος ανοίχτηκε και οι νεκροί τοποθετήθηκαν ανά εξάδες — όπως έπεσαν.

Όλα αυτά τα γνωρίζουμε με ακρίβεια χάρη στο βιβλίο Ταξιάρχες 1944: Το πορφυρό σημάδι της αιωνιότητας, έρευνα και κείμενο του Μιχάλη Ποντίκη, εκδοθέν από τον Δήμο Κύμης το 2009. Ο Ποντίκης δεν έγραψε ένα αναμνηστικό τεύχος. Δούλεψε με αρχειακό υλικό που δημοσιευόταν τότε για πρώτη φορά, με μαρτυρίες αυτοπτών, με καταθέσεις από δίκες δοσιλόγων, με αντικρουόμενες εκδοχές τις οποίες ανέδειξε αντί να τις αποφύγει. Στον πρόλογό του είναι ξεκάθαρος: δεν επιδίωξε να «κλείσει» το θέμα. Επιδίωξε να ανοίξει μια σχέση εγρήγορσης με την Ιστορία. Αυτή η στάση είναι ίσως το πιο σημαντικό δίδαγμα του βιβλίου — και ισχύει εξίσου για κάθε τόπο που κουβαλά τέτοια ιστορία.
Αυτά τα γεγονότα δεν είναι μια μακρινή υποσημείωση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι η ιστορία ενός χωριού που πλήρωσε με τριάντα ζωές τη ναζιστική λογική της συλλογικής τιμωρίας. Είναι η ιστορία ενός τόπου που ξέρει ακριβώς τι σημαίνει να μετατρέπεται η ανθρώπινη ζωή σε αντίποινα, τι κοστίζει η βία όταν γίνεται μέθοδος εξουσίας, τι αφήνει πίσω της η θηριωδία όταν περνά πάνω από σπίτια, οικογένειες και παιδιά. Είναι η ιστορία ενός τόπου που ξέρει ακριβώς τι κοστίζει η αδιαφορία, η καθυστέρηση, η σιωπή.
Φέτος, 82 χρόνια μετά, οι Ταξιάρχες στέκονται για πρώτη φορά επίσημα ανάμεσα στα μαρτυρικά χωριά της Ελλάδας. Με το Προεδρικό Διάταγμα 71 και το ΦΕΚ 146 της 8ης Αυγούστου 2025 η θυσία των τριάντα αναγνωρίστηκε θεσμικά. Όμως αυτή η αναγνώριση δεν κλείνει ένα χρέος — το ανοίγει σε μια νέα, πιο απαιτητική φάση. Γιατί άλλο πράγμα είναι να υπάρχει η μνήμη μέσα στα σπίτια, στις αφηγήσεις των παππούδων, στα οικογενειακά τραύματα· και άλλο να αποκτά δημόσια, θεσμική και παιδευτική υπόσταση. Να περάσει στα σχολεία, στις νέες γενιές, στους ανθρώπους που ίσως περνούν από τους Ταξιάρχες χωρίς να γνωρίζουν τι συνέβη εκεί. Να σταθεί δίπλα στα Καλάβρυτα και στο Δίστομο όχι σε έναν κατάλογο τυπικής τιμής, αλλά σε μια ζωντανή αλυσίδα μνήμης, αξιοπρέπειας και δημοκρατικής εγρήγορσης.
Και μέσα σε αυτό το χρέος ανήκει και η ανοιχτή αξίωση των γερμανικών επανορθώσεων. Όχι ως πράξη εκδίκησης, αλλά ως πράξη ιστορικής δικαιοσύνης. Γιατί τα εγκλήματα πολέμου δεν παραγράφονται στη συνείδηση των λαών όταν δεν έχουν αναγνωριστεί πλήρως, όταν δεν έχουν αποδοθεί οι οφειλές, όταν οι τόποι της θυσίας καλούνται μόνοι τους να σηκώσουν το βάρος της μνήμης. Η διεκδίκηση των επανορθώσεων είναι μέρος του ίδιου αγώνα: να μη μείνει η θηριωδία χωρίς συνέπειες, να μη μείνει ο νεκρός χωρίς δικαίωση, να μη μετατραπεί η ιστορία σε τελετουργική ανάμνηση χωρίς ηθικό και πολιτικό αντίκρισμα.
Με αφορμή τις φετινές εκδηλώσεις μνήμης συνομιλήσαμε στο ραδιόφωνο με τον Βασίλη Σάρλη, Πρόεδρο του Πολιτιστικού Συλλόγου Ταξιαρχών. Η συζήτηση αυτή ( ακούστε εδώ : https://www.youtube.com/watch?v=2zKu-gX2PAo&t=2116s ) φωτίζει ακριβώς αυτό το χρέος: τη μεταλαμπάδευση της γνώσης στους νεότερους, την έμπνευση που αντλεί ένας τόπος από τους προγόνους του και την ευθύνη που δεν εξαντλείται σε μια επέτειο.
Την Κυριακή 24 Μαΐου 2026, νεαρά παιδιά, το μέλλον μας, θα διανύσουν τη διαδρομή από το Κοινοτικό Γραφείο Ταξιαρχών προς τον τόπο της εκτέλεσης — 1,2 χιλιόμετρα που συμβολίζουν την πορεία των τριάντα από το σημείο συγκέντρωσης ως τον τόπο του μαρτυρίου. Μετά τον τερματισμό ακολουθεί το προσκλητήριο νεκρών και η επίσκεψη στον χώρο της εκτέλεσης και στο Μαυσωλείο όπου φυλάσσονται τα οστά των θυμάτων. Δεν αναπαριστούν τον θάνατο. Μαθαίνουν να υπερασπίζονται τη ζωή.
Ο εθελοντισμός σε τέτοιες εκδηλώσεις δεν είναι οργανωτική λεπτομέρεια. Είναι συμμετοχή στη μνήμη. Είναι η πρακτική μορφή της ιστορικής ευθύνης: να βοηθήσεις στην τελετή, στον δρόμο, στην υποδοχή, στη φροντίδα των παιδιών, στην ανάδειξη του χώρου, στη διάδοση της ιστορίας. Να γίνεις κρίκος σε μια αλυσίδα που ξεκινά από τους ανθρώπους που χάθηκαν και φτάνει σε εκείνους που πρέπει να μάθουν.
Στο ποίημα «Η Πόλις» ο Καβάφης γράφει ότι δεν μπορείς να φύγεις από τον τόπο σου — η πόλη θα σε ακολουθεί. Το Κακολύρι είναι ακριβώς αυτό — για όσους έχουν σχέση μαζί του, και για όσους δεν το ξέρουν ακόμα. Γιατί οι τόποι που πλήρωσαν τόσο ακριβά δεν ανήκουν μόνο σε όσους τους θυμούνται. Ανήκουν σε όσους έχουν ακόμα τη δυνατότητα να μάθουν.
Αυτή η δυνατότητα λέγεται — θα τη βιώσουμε όλοι — αύριο.

( φωτογραφία : Στο μνημείο των εκτελεσθέντων, στο πέρας του Αγώνα των παιδιών το 2025)
