Το Σινά, το Φανάρι και το παιχνίδι των Πατριαρχείων
γράφει ο Δημήτρης Γκουλιώνης
Στο Κάιρο πραγματοποιήθηκε την περασμένη Κυριακή η τριμερής συνάντηση Ελλάδας – Κύπρου – Αιγύπτου, με κύρια θέματα τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο. Η προηγούμενη αντίστοιχη συνάντηση είχε γίνει τον Σεπτέμβριο στη Νέα Υόρκη, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ.Την Ελλάδα εκπροσώπησε ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, ο οποίος, σύμφωνα με πληροφορίες, έθεσε στον Αιγύπτιο ομόλογό του Μπαντρ Αμπντελατί και το ζήτημα της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης στο Σινά.
Μέχρι και σήμερα, ωστόσο, δεν έχει υπάρξει καμία επίσημη ανακοίνωση –ούτε καν ανεπίσημη διαρροή– για το εάν και σε ποιο βαθμό συζητήθηκε το θέμα. Υπενθυμίζεται ότι ο Αιγύπτιος υπουργός Εξωτερικών, κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα τον Αύγουστο, είχε διαβεβαιώσει πως όλα τα ζητήματα που αφορούν τη Μονή θα διευθετηθούν. Πέντε μήνες μετά, τίποτε ουσιαστικό δεν έχει γίνει, ενώ εξακολουθεί να εκκρεμεί η έκδοση Προεδρικού Διατάγματος για την επικύρωση της εκλογής του Αρχιεπισκόπου Συμεών, με αποτέλεσμα η Μονή να στερείται ακόμη πλήρους νομικής κατοχύρωσης.
Αφορμή για την κρίση υπήρξε η απόφαση αιγυπτιακού δικαστηρίου στις 28 Μαΐου 2025, με την οποία διατάχθηκε η δήμευση των περιουσιακών στοιχείων της Μονής, καθώς και η έξωση των μοναχών. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, το μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης προορίζεται να μετατραπεί σε μουσείο.
Η απόφαση αυτή προκάλεσε έντονη αμηχανία στην Αθήνα, καθώς ελάχιστοι ανέμεναν ότι η Αίγυπτος θα προχωρούσε σε μια τόσο δραστική ενέργεια, ιδίως σε μια περίοδο στενής διπλωματικής συνεργασίας των δύο χωρών. Υπενθυμίζεται ότι λίγες εβδομάδες νωρίτερα, κατά την πρώτη συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας – Αιγύπτου, οι κ.κ. Μητσοτάκης και Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι είχαν αναφερθεί «στον ιδιαίτερο συμβολισμό της Μονής Αγίας Αικατερίνης στο Σινά και στη σημασία διατήρησης του χαρακτήρα της ως ζωντανού και λειτουργικού φάρου του ελληνορθόδοξου κόσμου».
Σαν να μην έφθανε αυτό, ακολούθησε και η εσωτερική κρίση στη Μονή με την εξέγερση ομάδας μοναχών κατά του Ηγουμένου, η οποία συνοδεύτηκε από προσφυγή τους στον Πατριάρχη Ιεροσολύμων. Στον ίδιο, κατά την άποψη πολλών καθηγητών Εκκλησιαστικού Δικαίου αχρείαστα, απευθύνθηκε και ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Δαμιανός για να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Έτσι, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων απέκτησε θεσμικό έρεισμα να παρέμβει, απέστειλε αντιπροσωπεία στη Μονή και κάλεσε τον Αρχιεπίσκοπο σε απολογία, κηρύσσοντάς τον τελικώς «έκπτωτο», παρότι εκείνος είχε ήδη υποβάλει την παραίτησή του.
Μετά την εκτόνωση της κρίσης, εξελέγη ομόφωνα νέος Ηγούμενος ο Αρχιμανδρίτης Συμεών Παπαδόπουλος. Η εκλογή του, ωστόσο, δεν έλυσε τα θεσμικά προβλήματα της Μονής, καθώς παραμένουν ανοιχτά ζητήματα: η χορήγηση αιγυπτιακής υπηκοότητας στον Ηγούμενο, η πλήρης νομική αναγνώριση της Μονής και η διασφάλιση των ιδιοκτησιακών της δικαιωμάτων.
Η Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Θεοβάδιστου Όρους Σινά αποτελεί το αρχαιότερο εν λειτουργία μοναστήρι της Ορθοδοξίας, με αδιάκοπη παρουσία δεκαπέντε αιώνων. Αυτοδέσποτη και αυτοδιοίκητη, διατηρούσε παραδοσιακά πνευματικούς δεσμούς με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ενώ η κανονική της σύνδεση με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων περιοριζόταν στη χειροτονία του Ηγουμένου σε Επίσκοπο.
Η έντονη δραστηριοποίηση του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεοφίλου στο ζήτημα αυτό προκάλεσε προβληματισμό τόσο σε εκκλησιαστικό όσο και σε διπλωματικό επίπεδο. Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η επίσκεψή του στην Κωνσταντινούπολη, όπου συναντήθηκε με τον Πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και τον υπουργό Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, χωρίς να επισκεφθεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο, καθώς ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος απουσίαζε στο εξωτερικό. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η μεταγενέστερη συνάντησή του στην Αστάνα με τον Πατριάρχη Μόσχας Κύριλλο, σε μια περίοδο κατά την οποία η Μόσχα αμφισβητεί ανοιχτά τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας στην Αφρική.
Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων ζήτησε, όπως προβλέπει η εκκλησιαστική τάξη, την άδεια του Οικουμενικού Πατριάρχη για την επίσκεψή του στην Κωνσταντινούπολη.
Τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται.
