Οι αυταπάτες και τα προειδοποιητικά πυρά της διεθνούς αδράνειας
γράφει ο Κωνσταντίνος Καραγιάννης
Αν υπάρχει ένα στοιχείο που καθιστά την παρέμβαση του Μαρκ Κάρνεϊ στο Νταβός πολιτικά βαρύνουσα, είναι ότι δεν εντάσσεται στη μακρά παράδοση των προειδοποιήσεων που απευθύνονται σε ένα αβέβαιο μέλλον. Δεν μιλά ως προφήτης κινδύνων, αλλά ως ηγέτης που περιγράφει μια κατάσταση η οποία έχει ήδη παγιωθεί. Η κατάρρευση της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης, βασισμένης σε κανόνες, θεσμούς και μια σχετική αυτοσυγκράτηση των ισχυρών, δεν παρουσιάζεται ως ενδεχόμενο. Παρουσιάζεται ως τετελεσμένο. Και αυτό αλλάζει ριζικά το διακύβευμα.
Η Ιστορία μάς προσφέρει άφθονα παραδείγματα ηγετών που μίλησαν έγκαιρα, αλλά αγνοήθηκαν. Όταν ο Ουίνστον Τσόρτσιλ μίλησε το 1946 για το Σιδηρούν Παραπέτασμα, η Ευρώπη ήθελε απεγνωσμένα να πιστέψει ότι ο πόλεμος είχε τελειώσει οριστικά. Η ομιλία του αντιμετωπίστηκε ως υπερβολικά πολεμοχαρής, σχεδόν αναχρονιστική. Στην πραγματικότητα, περιέγραφε με ακρίβεια τη νέα αρχιτεκτονική του Ψυχρού Πολέμου, πριν αυτή αποκρυσταλλωθεί σε συμμαχίες, εξοπλισμούς και κρίσεις. Δεν αγνοήθηκε επειδή ήταν λάθος, αλλά επειδή ήταν άβολη.
Αντίστοιχα, ο Γούντροου Γουίλσον, μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, προειδοποίησε ότι χωρίς μια ουσιαστική και δεσμευτική συλλογική ασφάλεια, η Ευρώπη θα επέστρεφε στη σύγκρουση. Η Κοινωνία των Εθνών έμεινε ένας θεσμός χωρίς δόντια, καθώς οι μεγάλες δυνάμεις προτίμησαν την εθνική ευχέρεια από τη συλλογική δέσμευση. Το αποτέλεσμα ήταν η πλήρης αποσύνθεση του συστήματος ασφαλείας μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες. Και εδώ, η προειδοποίηση δεν απέτυχε· αγνοήθηκε.
Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε και στο οικονομικό πεδίο. Ο Τζον Μέιναρντ Κέινς προειδοποίησε ήδη από το 1919 ότι οι τιμωρητικοί όροι της Συνθήκης των Βερσαλλιών θα οδηγούσαν σε κοινωνική αποσύνθεση, πολιτικό ριζοσπαστισμό και τελικά σε νέα σύγκρουση. Οι πολιτικές ηγεσίες προτίμησαν να δουν τη συνθήκη ως τελική λύση και όχι ως εύθραυστη ισορροπία. Η δικαίωσή του ήρθε με τον πιο καταστροφικό τρόπο, όταν πια δεν είχε καμία σημασία ότι «κάποιος το είχε πει».
Ακόμη και πιο κοντά στη σύγχρονη εποχή, ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, μιλώντας το 1988 για την ανάγκη υπέρβασης της λογικής των μπλοκ και για μια νέα αρχιτεκτονική κοινής ασφάλειας, αντιμετωπίστηκε με συγκρατημένη αισιοδοξία αλλά χωρίς ουσιαστική συνέχεια. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου επικράτησε η ψευδαίσθηση ότι η ιστορία είχε μπει σε ευθεία γραμμή προόδου, ότι οι μεγάλες συγκρούσεις ανήκαν στο παρελθόν. Οι προειδοποιήσεις για νέες μορφές ανταγωνισμού και αυταρχισμού χάθηκαν μέσα στην ευφορία της “μονοπολικής στιγμής”, ήτοι της απόλυτης κυριαρχίας ισχύος των ΗΠΑ.
Η κρίσιμη διαφορά με το σήμερα είναι ότι ο Κάρνεϊ δεν προστίθεται σε αυτή τη λίστα ως ακόμη μία φωνή που προειδοποιεί. Μιλά για τετελεσμένα. Οι κανόνες έχουν ήδη παραβιαστεί, οι θεσμοί έχουν ήδη αποδυναμωθεί, η ισχύς έχει ήδη επανέλθει ως κυρίαρχο εργαλείο πολιτικής. Η επιμονή να μιλάμε σαν να βρισκόμαστε ακόμη στο προηγούμενο καθεστώς δεν είναι πια λάθος εκτίμηση. Είναι άρνηση της πραγματικότητας.
Εδώ αναδύεται το πιο άβολο και πολιτικά φορτισμένο ερώτημα. Μήπως έχουμε εθιστεί να στεκόμαστε άοσμοι, άχρωμοι και άπραγοι μπροστά στα γεγονότα, ελπίζοντας ότι θα είμαστε κάθε φορά οι τελευταίοι που θα βιώσουμε τις συνέπειες; Μήπως, συνειδητά ή όχι, επενδύουμε στη λογική ότι αν δεν πάρουμε θέση, αν δεν προκαλέσουμε, αν περιμένουμε λίγο ακόμη, ίσως τελικά τη γλιτώσουμε; Αυτή η στάση δεν είναι ουδετερότητα ούτε ρεαλισμός. Είναι μια μορφή παθητικού τζόγου με την Ιστορία.
Το πρόβλημα είναι ότι όταν οι κρίσεις αυταρχισμού γίνονται απτές, όταν μετατρέπονται σε κοινωνική καταπίεση, οικονομική ανασφάλεια ή ακόμη και σε πολεμική εμπειρία στο ίδιο μας το πετσί, τότε δεν υπάρχουν «τελευταίοι». Υπάρχουν μόνο εκείνοι που άργησαν να καταλάβουν ότι τα τετελεσμένα δεν διαπραγματεύονται. Σε αυτό το σημείο, η παρέμβαση του Κάρνεϊ λειτουργεί λιγότερο ως πολιτική ανάλυση και περισσότερο ως καθρέφτης. Το ερώτημα δεν είναι αν θα δικαιωθεί ιστορικά. Το ερώτημα είναι αν, γνωρίζοντας πια ότι βρισκόμαστε ήδη μέσα στη νέα εποχή, θα συνεχίσουμε να φερόμαστε σαν να έχουμε ακόμη την πολυτέλεια της αναμονής.
