Άγνωστος υδάτινος κόσμος: το γλυκό νερό κάτω από τις θάλασσες και γιατί η ανακάλυψη δεν είναι λύση, αλλά πρόκληση

Μοιράσου το
Αντιγράφηκε!

γράφει ο Κωνσταντίνος Καραγιάννης

Όταν κατά καιρούς εμφανίζονται ειδήσεις για «ωκεανούς γλυκού νερού» κάτω από τον Ατλαντικό ή για αρχαία αποθέματα κάτω από τον Κορινθιακό Κόλπο, η εντύπωση που μένει είναι συνήθως αυτή μιας μεμονωμένης, εντυπωσιακής ανακάλυψης. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτά τα ευρήματα δεν αποτελούν εξαιρέσεις, αλλά κομμάτια ενός ευρύτερου γεωλογικού και υδρολογικού φαινομένου που επαναλαμβάνεται σε διαφορετικές θάλασσες και ηπείρους. Τα τελευταία χρόνια, η επιστημονική έρευνα αποκαλύπτει ότι κάτω από τον πυθμένα των ωκεανών και των κλειστών θαλασσών κρύβονται τεράστια αποθέματα αρχαίου γλυκού νερού, σχηματισμένα σε εποχές που ο πλανήτης είχε εντελώς διαφορετική μορφή. Η κατανόηση αυτών των «αόρατων» υδροφόρων στρωμάτων δεν αλλάζει μόνο όσα γνωρίζαμε για τον κύκλο του νερού, αλλά ανοίγει και δύσκολα ερωτήματα για το πώς διαχειριζόμαστε πόρους που δεν ανανεώνονται και που ίσως δεν προορίζονταν ποτέ να αξιοποιηθούν.

Στον Βόρειο Ατλαντικό, ανοιχτά της ανατολικής ακτής των Ηνωμένων Πολιτειών, διεθνείς επιστημονικές αποστολές επιβεβαίωσαν τα τελευταία χρόνια την ύπαρξη εκτεταμένων υποθαλάσσιων αποθεμάτων γλυκού νερού, θαμμένων κάτω από στρώματα άμμου και ιζημάτων. Τα αποθέματα αυτά εκτείνονται από το Νιου Τζέρσεϊ έως το Μέιν και, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ερευνητών, περιέχουν ποσότητες νερού τόσο μεγάλες ώστε, σε θεωρητικό επίπεδο, θα μπορούσαν να καλύψουν τις ανάγκες μιας μητρόπολης όπως η Νέα Υόρκη για εκατοντάδες χρόνια. Το νερό αυτό δεν ρέει ελεύθερα, αλλά είναι εγκλωβισμένο σε πορώδη γεωλογικά στρώματα κάτω από τον πυθμένα του ωκεανού και παρουσιάζει χαμηλή αλατότητα, σε ορισμένες περιπτώσεις κοντά στα όρια του πόσιμου.

Η επιβεβαίωση της ύπαρξης αυτών των υδροφόρων στρωμάτων δεν προέκυψε ξαφνικά. Ήδη από τη δεκαετία του 1960, γεωλόγοι είχαν εντοπίσει έμμεσες ενδείξεις για γλυκό νερό κάτω από τη θάλασσα, χωρίς όμως τη δυνατότητα άμεσης και συστηματικής δειγματοληψίας. Η καθοριστική πρόοδος ήρθε με τις σύγχρονες αποστολές βαθέων γεωτρήσεων στο πλαίσιο διεθνών προγραμμάτων ωκεανογραφικής έρευνας, όπου για πρώτη φορά αντλήθηκαν και αναλύθηκαν δείγματα νερού δεκάδες και εκατοντάδες μέτρα κάτω από τον πυθμένα. Τα δεδομένα αυτά έδειξαν ότι δεν πρόκειται για τοπικά ή τυχαία φαινόμενα, αλλά για συνεκτικά και εκτεταμένα υπόγεια υδρολογικά συστήματα.

Το κλειδί για την κατανόηση της ύπαρξής τους βρίσκεται στο παρελθόν του πλανήτη. Κατά τις παγετώδεις περιόδους, και ειδικά πριν από περίπου 20.000 χρόνια, η στάθμη της θάλασσας ήταν έως και 120 μέτρα χαμηλότερη από τη σημερινή. Μεγάλες εκτάσεις της σημερινής υφαλοκρηπίδας βρίσκονταν στην ξηρά και δέχονταν βροχοπτώσεις, απορροές ποταμών και λιώσιμο πάγων. Το γλυκό νερό διείσδυσε στα υπόγεια στρώματα και, όταν οι πάγοι υποχώρησαν και η θάλασσα ανέβηκε ξανά, εγκλωβίστηκε κάτω από τα θαλάσσια ιζήματα, παραμένοντας εκεί για χιλιάδες ή και εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια.

Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και στη Μεσόγειο. Στον Κορινθιακό Κόλπο, επιστημονικές έρευνες έχουν εντοπίσει αρχαία αποθέματα γλυκού νερού ηλικίας έως και 800.000 ετών, εγκλωβισμένα κάτω από τον πυθμένα της θάλασσας. Και εδώ, η εξήγηση συνδέεται με τις μεγάλες διακυμάνσεις της στάθμης της θάλασσας και τις γεωλογικές ιδιαιτερότητες της περιοχής. Το γεγονός ότι παρόμοια υποθαλάσσια υδρολογικά συστήματα εντοπίζονται τόσο σε ανοιχτούς ωκεανούς όσο και σε κλειστές θάλασσες δείχνει ότι δεν πρόκειται για γεωλογικές «ανωμαλίες», αλλά για ένα παγκόσμιο φαινόμενο που μόλις αρχίζουμε να χαρτογραφούμε.

Στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία, αυτά τα συστήματα περιγράφονται με τον όρο offshore freshened groundwater και θεωρούνται ένα από τα πιο υποεκτιμημένα στοιχεία του παγκόσμιου υδρολογικού κύκλου. Οι εκτιμήσεις για τον συνολικό όγκο τους διαφέρουν, αλλά αρκετές μελέτες συγκλίνουν στο ότι μπορεί να είναι συγκρίσιμος με μεγάλους χερσαίους υδροφόρους ορίζοντες. Παρ’ όλα αυτά, παραμένουν ελάχιστα μελετημένα, κυρίως λόγω των τεχνικών δυσκολιών, του υψηλού κόστους έρευνας και των περιβαλλοντικών κινδύνων που συνοδεύουν οποιαδήποτε παρέμβαση σε τέτοια βάθη.

Παρά τον πειρασμό που δημιουργεί η ιδέα ενός «κρυμμένου» αποθέματος γλυκού νερού σε έναν κόσμο που αντιμετωπίζει αυξανόμενη λειψυδρία, οι επιστήμονες εμφανίζονται ιδιαίτερα επιφυλακτικοί. Τα υποθαλάσσια αυτά νερά είναι, στην ουσία τους, μη ανανεώσιμα σε ανθρώπινη κλίμακα χρόνου. Η ανεξέλεγκτη άντλησή τους θα μπορούσε να οδηγήσει σε εισροή θαλασσινού νερού, σε μόνιμη υποβάθμιση των υδροφόρων στρωμάτων και σε διατάραξη εύθραυστων θαλάσσιων οικοσυστημάτων. Επιπλέον, το οικονομικό κόστος μιας τέτοιας εκμετάλλευσης παραμένει απαγορευτικό με τα σημερινά δεδομένα, γεγονός που καθιστά σαφές ότι δεν πρόκειται για άμεση λύση στο πρόβλημα της παγκόσμιας έλλειψης νερού.

Σε έναν κόσμο όμως όπου το νερό μετατρέπεται σταδιακά σε γεωπολιτικό και κοινωνικό ζήτημα πρώτης γραμμής, η ύπαρξη αυτών των υποθαλάσσιων αποθεμάτων αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη σχέση ξηράς και θάλασσας, παρελθόντος και παρόντος. Για την επιστημονική κοινότητα, δεν αποτελούν μια έτοιμη απάντηση, αλλά ένα κρίσιμο κομμάτι ενός μεγαλύτερου παζλ που αφορά τη βιώσιμη διαχείριση των φυσικών πόρων σε βάθος χρόνου.

Κλείνοντας, αξίζει να σημειωθεί ότι τέτοιες ανακαλύψεις έχουν ήδη παρουσιαστεί και στον ελληνικό Τύπο, κυρίως ως εντυπωσιακές ειδήσεις. Αυτό που συχνά λείπει, όμως, είναι η σύνδεσή τους σε ένα ενιαίο πλαίσιο και η ανάδειξη του κοινού νήματος που τις ενώνει. Πίσω από τους τίτλους για «ωκεανούς γλυκού νερού» κρύβεται μια βαθύτερη ιστορία για τον πλανήτη, την κλιματική του μνήμη και τους πόρους που δημιουργήθηκαν σε άλλες εποχές και άλλες συνθήκες. Η ιστορία του γλυκού νερού κάτω από τις θάλασσες δεν είναι μια απλή επιστημονική περιέργεια, αλλά μια υπενθύμιση του πόσα ακόμη αγνοούμε και του πόσο αναγκαία είναι μια δημοσιογραφία που δεν αρκείται στο εντυπωσιακό, αλλά εμβαθύνει, συνδέει και φωτίζει τις πραγματικές προεκτάσεις της επιστημονικής γνώσης.

Similar Posts