Διάσκεψη του Μονάχου
Η Ευρώπη μεταξύ στρατηγικής αυτονομίας και αμερικανικής εξάρτησης
γράφει ο Δημήτρης Γκουλιώνης
Η φετινή Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου ανέδειξε τα στρατηγικά διλήμματα που αντιμετωπίζει η Ευρώπη σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό περιβάλλον. Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο λειτουργεί ως καταλύτης εξελίξεων, θέτοντας πιεστικά ζητήματα για τις αμυντικές δαπάνες, τη βιομηχανική επάρκεια και τον ρόλο της ΕΕ στη νέα παγκόσμια ισορροπία.
Η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν υπογράμμισε ότι η Ευρώπη χρειάζεται βαθύτερη και στρατηγική στροφή όσον αφορά στην ασφάλειά της — όχι απλά ως προσάρτηση σε αμερικανική ατζέντα.
Η πρόεδρος της επιτροπής τόνισε ότι για να γίνει η ΕΕ πραγματικά υπεύθυνη και ικανή να απαντήσει στις σύγχρονες απειλές, πρέπει να μεταβεί από την ανάγκη ομοφωνίας σε ειδική πλειοψηφία σε ζητήματα άμυνας, ώστε να επιταχυνθούν οι αποφάσεις, και να ενισχύσει συνεργασίες με τρίτες χώρες πέραν των παραδοσιακών συμμαχιών.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα της ενδεχόμενης μετάβασης από την ομοφωνία στην ειδική πλειοψηφία εγείρει σοβαρά ερωτήματα. Το δικαίωμα βέτο έχει αποτελέσει εργαλείο άσκησης πίεσης σε κρίσιμα εθνικά θέματα. Ενδεχόμενη θεσμική μεταβολή θα άλλαζε τις ισορροπίες, ιδιαίτερα σε ζητήματα που αφορούν σχέσεις της ΕΕ με τρίτες χώρες.
Το πιο σημαντικό γεγονός της Διάσκεψης υπήρξε αναμφισβήτητα η ομιλία του αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο. Σε αντίθεση με την περσινή ομιλία του αμερικανού αντιπροέδρου Βανς από το ίδιο βήμα, που είχε προκαλέσει αμηχανία με τον συγκρουσιακό και κατηγορηματικό τόνο της, ο Ρούμπιο επέλεξε μια πιο ήπια ρητορική.
Στην ομιλία του κάλεσε την Ευρώπη να αναγνωρίσει ότι η μεταπολεμική τάξη και οι μορφές συνεργασίας που ακολούθησαν τη νίκη επί του κομμουνισμού έχουν οδηγήσει σε «επικίνδυνη αυταπάτη» για έναν κόσμο χωρίς σύνορα και εθνικά κράτη — ιδέα που, κατά την αμερικανική πλευρά, αποδυνάμωσε την άμυνα, προώθησε την αποβιομηχάνιση και αύξησε τη μετανάστευση με τρόπο που απειλεί την «κοινωνική συνοχή».
Ο Ρούμπιο επανέφερε τις αξίες της Δύσης ως θεμέλιο κοινής πολιτισμικής και ιστορικής ταυτότητας, αλλά ταυτόχρονα κατέστησε σαφές ότι η σχέση ΗΠΑ–ΕΕ γίνεται υπό όρους: η Ευρώπη πρέπει να ενισχύσει την αμυντική της ικανότητα, να ανακτήσει την παραγωγική της βάση και να περιορίσει πολιτικές που, κατά την αμερικανική οπτική, έχουν αρνητικό αντίκτυπο στο κοινό μέλλον.
Η Διάσκεψη του Μονάχου του 2026 ανέδειξε όχι μόνο μια διατλαντική κρίση στρατηγικής αλλά και μια ουσιαστική τομή στην αντίληψη περί ευρωπαϊκής ασφάλειας. Από τη μια πλευρά, οι ΗΠΑ επαναπροσδιορίζουν τη σχέση τους με την Ευρώπη βάσει κοινής πολιτισμικής και πολιτικής κληρονομιάς· από την άλλη, η ΕΕ επιδιώκει να χτίσει μια πιο δυναμική και αυτοδύναμη στρατηγική σφαίρα, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ρήξη με την παραδοσιακή ομοφωνία· και αυτά τα δύο ρεύματα συγκλίνουν και συγκρούονται σε μια κρίσιμη στιγμή για το μέλλον της Ευρώπης και της ίδιας της Δυτικής συμμαχίας.
