Αμνησία στην Άγκυρα : Η «παρακαταθήκη» του 1930 και η δοκιμασία Γιαϊλαλί
γράφει ο Κωνσταντίνος Καραγιάννης
Η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα συνοδεύτηκε από την αναφορά στην «παρακαταθήκη Βενιζέλου–Κεμάλ». Η επίκληση αυτή δεν είναι μια ουδέτερη ιστορική αναδρομή. Το 1930 πράγματι υπήρξε συμφωνία εξομάλυνσης. Όμως προηγήθηκε το 1922, η Μικρασιατική Καταστροφή, η κατάρρευση ενός ιστορικού ορίζοντα και η βίαιη εκρίζωση του ελληνισμού από τις αιώνιες πατρογονικές εστίες. Η συμφωνία του Ελευθερίου Βενιζέλου με τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ δεν ήταν ισότιμη συνάντηση δύο αδιατάρακτων ιστορικών πορειών, αλλά διαχείριση μιας ήττας που είχε ήδη συντελεστεί. Όταν αυτή η στιγμή παρουσιάζεται σήμερα ως «παρακαταθήκη» χωρίς επίγνωση της ασυμμετρίας της, δημιουργείται η εντύπωση – η μάλλον η ακλόνητη βεβαιότητα – ότι η στρατηγική συρρίκνωση μετατρέπεται σε πρότυπο πολιτικής ωριμότητας.
Η Ελλάδα μετά το 1922 ανασυγκροτήθηκε, ενσωμάτωσε πρόσφυγες, οικοδόμησε κράτος. Αυτό υπήρξε επίτευγμα. Παράλληλα όμως εδραιώθηκε μια κουλτούρα αμυντικού ρεαλισμού που συχνά διολίσθησε σε εσωτερίκευση ορίων. Η φράση «η Κύπρος κείται μακράν» δεν ήταν απλώς συγκυριακή. Συμβόλισε μια βαθύτερη αποδοχή περιορισμένης φιλοδοξίας. Το ζήτημα δεν είναι η αναβίωση αυτοκρατορικών σχημάτων, αλλά η αποφυγή της ψυχολογίας της μόνιμης ήττας. Ένα έθνος με ιστορική διαδρομή από τη μινωική και τη μυκηναϊκή εποχή έως τον κόσμο του Μέγα Αλέξανδρου και την ελληνορωμαϊκή οικουμένη δεν μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται αποκλειστικά μέσα από τα τραύματά του. Η ιστορία δεν είναι μόνο απώλεια. Είναι και δημιουργία ισχύος, θεσμών και πολιτισμού.
Την ίδια στιγμή, η τουρκική ηγεσία υπό τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προβάλλει μια ρητορική ιστορικού βάθους και γεωπολιτικής αυτοπεποίθησης. Οι δημόσιες παρεμβάσεις και οι χάρτες που κατά καιρούς προβάλλονται από αξιωματούχους όπως ο Χακάν Φιντάν εκπέμπουν την εικόνα μιας χώρας που αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως παραγωγό ισχύος. Ανεξαρτήτως του αν αυτές οι φιλοδοξίες είναι ρεαλιστικές ή υπερφίαλες, διαμορφώνουν κλίμα μιας αξιοπρόσεκτης δυναμικής. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να υιοθετήσει επεκτατισμούς. Χρειάζεται όμως πολιτισμική και στρατηγική ανασύνταξη. Παραγωγή ισχύος σήμερα σημαίνει ισχυρή άμυνα, θεσμική σοβαρότητα, δημογραφική και εκπαιδευτική αναβάθμιση, τεχνολογική και ενεργειακή αυτονομία. Σημαίνει αυτοπεποίθηση χωρίς μεγαλομανία και διάλογο χωρίς σύνδρομα κατωτερότητας. Συνεπάγεται σύνδεση με τα νόμιμα, ηθικά και ιστορικά δίκαια που αποτελούν ζωτικό πυρήνα της ύπαρξης και όχι παρωχημένα δεδομένα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η υπόθεση του Γιάννη-Βασίλη Γιαϊλαλί αποκτά βαρύτερο συμβολισμό. Δεν πρόκειται απλώς για μια διοικητική διαδικασία ασύλου. Πρόκειται για ζωντανή αντήχηση μιας ιστορίας που δεν έχει κλείσει. Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, όπως και των Αρμενίων και των Ασσυρίων, υπήρξε βίαιη πληθυσμιακή διακοπή στις αρχές του 20ου αιώνα μιας αδιάλειπτης γενεαλογικής και εθνικής παρουσίας χιλιάδων ανθρώπων που μιλούσαν την γλώσσα τους και τιμούσαν τη θρησκευτική τους παράδοση. Σήμερα, ένας άνθρωπος που ανακαλύπτει και δηλώνει δημόσια την ποντιακή του καταγωγή, που επαναφέρει τη συζήτηση γύρω από αυτή τη μνήμη και τιμωρείται για τη στάση του, ζητά προστασία από τη χώρα που ιστορικά επικαλείται εκείνο το τραύμα. Και η χώρα αυτή, η πατρίδα μας, του το αρνείται δις.
Η σύνδεση δεν είναι ταύτιση γεγονότων. Είναι συνέχεια μνήμης. Εάν η Ελλάδα διεκδικεί διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου ως πανανθρώπινου εγκλήματος, τότε η στάση της απέναντι σε έναν άνθρωπο που συνδέεται βιωματικά με αυτή την ιστορία δεν μπορεί να είναι ουδέτερη. Η μνήμη δεν είναι επετειακή ρητορική. Είναι ευθύνη συνέπειας. Εφόσον υφίσταται βάσιμος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής, η προστασία του αγωνιστή Γιάννη-Βασίλη Γιαϊλαλί δεν αποτελεί ιδεολογική πράξη αντιπαράθεσης με την Άγκυρα, αλλά εφαρμογή δεσμευτικού διεθνούς δικαίου και ταυτόχρονα πράξη ιστορικής συνέπειας.
Η συνάντηση στην Άγκυρα μπορεί να ήταν αναγκαία. Ο διάλογος είναι εργαλείο σταθερότητας. Όμως ο τρόπος που αφηγούμαστε την ιστορία μας καθορίζει το πώς στεκόμαστε στο παρόν. Αν η «παρακαταθήκη» που επικαλούμαστε ταυτίζεται αποκλειστικά με τη διαχείριση της ήττας, τότε ορίζουμε τον εαυτό μας μέσα από τα όριά του. Αν, αντίθετα, επιδιώξουμε πολιτισμική και θεσμική ανασύνταξη, τότε ο διάλογος μπορεί να διεξάγεται από θέση αυτοπεποίθησης.
Η πραγματική ανασύνταξη της πατρίδας δεν είναι ρομαντική αναπόληση ούτε επιθετικός αναθεωρητισμός. Είναι στρατηγική ωριμότητα, θεσμική συνέπεια και ιστορική αυτογνωσία. Και αυτή κρίνεται τόσο στις μεγάλες χειραψίες όσο και στις σιωπηλές αποφάσεις που αφορούν έναν άνθρωπο που ζητά προστασία. Εκεί μετριέται αν η μνήμη είναι ζωντανή ή απλώς συμβολική.
