Κίνα – ΗΠΑ: Ποιος κέρδισε τη μάχη του 2025 στον εμπορικό πόλεμο και τι ακολουθεί
γράφει ο Δημήτρης Γκουλιώνης
Μπούμερανγκ γύρισε για την αμερικανική οικονομία ο εμπορικός πόλεμος που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ το 2025 εναντίον της Κίνας. Η επανεκλογή Τραμπ σημαδεύτηκε από την επιθετική εμπορική πολιτική απέναντι στο Πεκίνο, με νέους και αυξημένους δασμούς σε κινεζικά προϊόντα, περιορισμούς σε τεχνολογίες αιχμής και ευρύτερη στρατηγική οικονομικής πίεσης. Ο στόχος ήταν σαφής: μείωση του αμερικανικού εμπορικού ελλείμματος και εξαναγκασμός της Κίνας σε δομικές παραχωρήσεις.
Τα αποτελέσματα του 2025 ήταν όμως αποκαλυπτικά. Σύμφωνα με αναλύσεις διεθνών οικονομικών μέσων, η Κίνα κατάφερε να απορροφήσει το σοκ και σε αρκετά σημεία να μετατρέψει την πίεση σε πλεονέκτημα.
Η στρατηγική της Ουάσιγκτον
Αρχικά η κυβέρνηση Τραμπ επέλεξε την κατά μέτωπο επίθεση. Υψηλοί δασμοί, αυστηρότεροι έλεγχοι στις εξαγωγές ημιαγωγών (microchips) προς κινεζικές εταιρείες, και δημόσια ρητορική περί «οικονομικής αποσύνδεσης». Πίσω από αυτές τις ενέργειες υπήρξε η λογική ότι η κινεζική οικονομία, ήδη πιεσμένη από εσωτερικά προβλήματα (αγορά ακινήτων, ασθενής κατανάλωση), δεν θα άντεχε μια νέα περίοδο εμπορικής ασφυξίας.
Η στόχευση ήταν σαφής όσον αφορά και το εσωτερικό ακροατήριο. Η προστασία της αμερικανικής βιομηχανίας και ο επαναπατρισμός της παραγωγής αποτελούν το θεμέλιο λίθο την αμερικανικής οικονομικής αναγέννησης.
Η κινεζική ανθεκτικότητα
Η πίεση όμως δεν είχε τα αποτελέσματα που περίμενε η Ουάσιγκτον. Η Κίνα δεν κατέρρευσε εμπορικά. Αντίθετα, το 2025 κατέγραψε ιστορικά υψηλό εμπορικό πλεόνασμα. Η απώλεια μεριδίου στην αμερικανική αγορά αντισταθμίστηκε από την ενίσχυση των εξαγωγών προς Ασία, Λατινική Αμερική, Αφρική και Μέση Ανατολή. Αναδιάρθρωσε τις αλυσίδες εφοδιάσμου μέσω τρίτων χωρών και προχώρησε σε περαιτέρω στήριξη των στρατηγικών βιομηχανιών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την επιθετική τιμολογιακή πολιτική σε βασικούς τομείς, όπως τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα.
Το Πεκίνο επίσης επένδυσε στην ενίσχυση των εμπορικών του σχέσεων στο πλαίσιο πολυμερών συμφωνιών και περιφερειακών συνεργασιών, μειώνοντας τη σχετική του εξάρτηση από την αμερικανική αγορά.
Ποιος κέρδισε τελικά;
Για το 2025 λοιπόν, τα δεδομένα δείχνουν ότι η Κίνα διατήρησε τη θέση της στο παγκόσμιο εμπόριο και μάλιστα την διεύρυνε, σε πείσμα όσων προέβλεπαν το αντίθετο, ιδιαίτερα των υποστηρικτών της αμερικανικής στρατηγικής. Οι δασμοί δεν οδήγησαν σε ουσιαστική υποχώρηση του Πεκίνου ούτε σε δραστική αναδιάταξη του παγκόσμιου εμπορίου υπέρ των ΗΠΑ.
Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι όλα είναι ρόδινα για την Κίνα, η οποία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές εσωτερικές προκλήσεις. Η εγχώρια ζήτηση δεν έχει επανέλθει πλήρως και η ανάπτυξη παραμένει εύθραυστη. Ωστόσο, όσον αφορά το εξωτερικό εμπόριο, επέδειξε αξιοσημειώτη αντοχή και προσαρμοστικότητα.
Τι έρχεται το 2026
Το πιθανότερο σενάριο είναι να μην οδηγηθούμε σε πλήρη αποσύνδεση μεταξύ των δύο οικονομιών. Φαίνεται ότι η στρατηγική αντιπαλότητα με την σύναψη επιλεκτικών συμφωνιών θα είναι ο οδικός άξονας στις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας, με τους δασμούς να παραμένουν εργαλείο διαπραγμάτευσης και όχι προσωρινό μέτρο.
Με τη σαρωτική άνοδο της Τεχνητής Νοημοσύνης και τα δισεκατομμύρια που δαπανώνται σε αυτή από τις δύο χώρες, η αντιπαράθεση αναπόφευκτα μετατοπίζεται στις τεχνολογίες αιχμής και τις σπάνιες γαίες. Το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος κερδίζει εμπορικά, αλλά ποιος διαμορφώνει τους κανόνες της επόμενης οικονομικής εποχής.
Η Κίνα απέδειξε τη χρονιά που μας πέρασε ότι μπορεί να αντέξει. Το ερώτημα είναι εάν το 2026 οι ΗΠΑ θα προσαρμόσουν τη στρατηγική τους ή αν ο εμπορικός πόλεμος θα μετατραπεί σε μια μακροχρόνια οικονομική ψυχροπολεμική συνθήκη.
